25072017Headline:

Αμφιβολίες για το Ποτάμι του Θεοδωράκη από το protagon

 

«Πριν γράψω -κι εγώ- για Το Ποτάμι, θα ήθελα να ξεκινήσω από μια προσωπική εξομολόγηση. Ότι κατά βάθος ζηλεύω -όχι με φθόνο, αλλά με θαυμασμό- τον Θεοδωράκη γιατί στο ζενίθ της δημοσιογραφικής του καριέρας, αποφάσισε να κάνει την δική του προσωπική ανατροπή» γράφει στο protagon.gr ο Θάνος Δημάδης και εξομολογείται τι δεν του άρεσε, στην συνέντευξη Τύπου του επικεφαλής του κόμματος.

«Να δοκιμαστεί σε κάτι ξένο ως προς τις δικές του επαγγελματικές μέχρι σήμερα προδιαγραφές. Και ενδεχομένως να ρισκάρει να στραπατσαριστεί από μια ενδεχόμενη αποτυχία, που πολλοί με την πρώτη ευκαιρία θα σπεύσουν να του χρεώσουν, με χαιρεκακία θα προσέθετα εγώ. Τον ζηλεύω όμως και για κάτι άλλο. Διότι σε αντιδιαστολή με πολλούς «δεινόσαυρους» των ελληνικών μίντια που προσπαθούν να κρατηθούν γατζωμένοι στις αυτάρεσκες καρέκλες της εξάρτησής τους από το γυαλί, ο Θεοδωράκης δεν επέλεξε την πεπατημένη αλλά το διαφορετικό. Σε μια χώρα που, όπως έχω γράψει πολλές φορές, κάθε τι διαφορετικό, από πλευράς προσωπικότητας, επιλογών, αποφάσεων, αντιλήψεων ή οτιδήποτε άλλο δίνει μάχη να γεννηθεί μέσα στην συντηρητική ασφυξία μιας κοινωνίας που έχει μάθει να φοβάται να τολμά. Είναι ένα εγχείρημα που αποκτά ακόμα μεγαλύτερη αξία όταν ο δημιουργός του προέρχεται από τον δημοσιογραφικό χώρο. Έναν χώρο που για όσους δεν τον γνωρίζουν, δεν κρύβει μόνο ανταγωνισμούς, αντιπάθειες και εμπάθειες. Αλλά κρατάει καλά κρυμμένα κόμπλεξ και ανασφάλειες που δεν επιτρέπουν σε πολλούς δημοσιογράφους να κάνουν απλά τη δουλειά τους. Δηλαδή, να κρίνουν τον συνάδελφό τους ή τον κάθε Θεοδωράκη με κριτήριο αυτό που ο ίδιος είναι και όχι με αυτό που θα ήθελαν εκείνοι να είναι, αλλά δεν είναι. Εδώ, όμως, τελειώνω με τα καλά, και έρχομαι σε όσα με ξένισαν χθες. Από την πρώτη στιγμή απέφυγα να γράψω ή να εκφέρω δημόσια άποψη για Το Ποτάμι, για έναν απλούστατο λόγο: ότι κανείς μας -πλην του Θεοδωράκη- δεν μπορούσε να έχει ξεκάθαρη εικόνα για έναν νεογέννητο πολιτικό σχηματισμό μέσα από ένα κείμενο-«σεντόνι» σκέψεων, που έγραψε ο δημιουργός του. Ήταν η πρώτη φορά που διάβασα, παρακολούθησα και άκουσα σωρεία βεβιασμένων αναλύσεων, που εδράζονταν σε εικασίες, υποθέσεις και θεωρίες για μια πολιτική κίνηση άμα τη γενέσει της. Βέβαια αυτό από πλευράς επικοινωνίας ήταν μια πρώτη επιτυχία. Σαν να πουλάς ένα προϊόν, και πριν ακόμα αυτό βρεθεί στα ράφια των σούπερ μάρκετ, όλοι να μιλούν γι’ αυτό. Χθες όμως, κατά την συνέντευξη τύπου του Θεοδωράκη, έπρεπε να είχαμε αποκτήσει μια διαυγέστερη εικόνα. Την αποκτήσαμε; Φοβάμαι πως όχι. Έφυγα από τον πολυχώρο στο Γκάζι, που διοργανώθηκε η εκδήλωση, περισσότερο μπερδεμένος απ’ ότι έφθασα εκεί. Μπερδεμένος για το «ποιούς» τελικά το Ποτάμι φιλοδοξεί να εκφράσει. Η απόσταση από τον άνεργο μέχρι τον επιχειρηματία, από τον νέο που μεταναστεύει στο εξωτερικό μέχρι τον δημόσιο υπάλληλο, κι από τον κρεοπώλη της Δραπετσώνας μέχρι την κυρία με τα louis vuitton στην Κηφισιά είναι πάρα πολύ μεγάλη για να καλυφθεί με το επιχείρημα ότι «είμαι με όλους όσοι είναι δυσαρεστημένοι από τα υπάρχοντα κόμματα». Ένας πολιτικός φορέας δεν είναι ζευγάρι παπούτσια για να βγαίνει σε όλα τα νούμερα. Μπερδεμένος για το «γιατί» το Ποτάμι φιλοδοξεί να τους εκφράσει όλους αυτούς τους ανθρώπους. Το επιχείρημα ότι δεν είναι «φορτωμένο με τις αμαρτίες του παρελθόντος» δεν ακούγεται ισχυρό. Και άλλα κόμματα, από τη Φιλελεύθερη Συμμαχία μέχρι το Δημιουργία Ξανά, λένε το ίδιο αλλά έφθασαν στο σημείο να εκφράζουν αμελητέες μειοψηφίες. Ένας βασικός κανόνας στην πολιτική επικοινωνία είναι ότι για να πείσεις το ακροατήριό σου ότι μπορείς να το εκφράσεις, είναι προηγουμένως να το πείσεις ότι εσύ ο ίδιος έχεις λόγο ύπαρξης. Και η ύπαρξη ενός Θεοδωράκη μέσα σε αυτό μαζί με κάποιες άλλες, καθ’ όλα σεβαστές, προσωπικότητες δεν είναι αρκετός λόγος. Η ιδρυτική διακήρυξη ενός κόμματος είναι η ταυτότητά του, η γενεσιουργός αιτίας της ύπαρξής του. Και έμεινα έκπληκτος που δεν την είδα. Μπερδεμένος για το «πώς» το Ποτάμι φιλοδοξεί να εκφράσει όλους αυτούς τους ανθρώπους. Χθες είδα τον Θεοδωράκη να προσπαθεί να αναβιώσει κάτι που ήταν… της μόδας την δεκαετία του 2000 και έχει ως σημείο αναφοράς τον περίφημο “μεσαίο χώρο”. Το ιδεολόγημα που συμπυκνώνονταν στην φράση, την οποία με μικρή παραλλαγή επανέλαβε χθες: ότι δεν υπάρχουν δεξιές κι αριστερές, πράσινες ή γαλάζιες λύσεις. Για όσους θυμούνται, η έννοια του «μεσαίου χώρου» δημιουργήθηκε από το τότε επικοινωνιακό επιτελείο της Ν.Δ. για να απεγκλωβιστεί από την δεξιά ρητορική και να μετακινηθεί προς το μετριοπαθές κέντρο, το οποίο μέχρι τότε διεμβόλιζε το ΠΑΣΟΚ του Κώστα Σημίτη. Σήμερα, όμως, η άποψη αρκετών επικοινωνιολόγων και πολιτικών επιστημόνων -την οποία συμμερίζομαι απόλυτα- είναι ότι σε μία εποχή ενίσχυσης των πολιτικών άκρων, οι πολίτες ζητούν ξεκάθαρες απαντήσεις στα μείζονα και τα σημαντικά ακόμα κι αν αυτές δεν τους είναι αρεστές. Αποτέλεσμα αυτού είναι το ιδεολόγημα του «μεσαίου χώρου» με την απολιτίκ γλώσσα που επιχείρησε να καθιερώσει τότε, να μοιάζει ξεπερασμένο στην πολιτική διάλεκτο της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Με την ιδιότητα του ανθρώπου που έχει σπουδάσει την υπόθεση του Political Management στην Αμερική, θεωρώ ότι το Ποτάμι κινδυνεύει να ποντάρει σε λάθος ιδεολογικοπολιτική πλατφόρμα, την ώρα που απέναντί του έχει μια κοινωνία που αποστρέφεται μεν τον ξύλινο λόγο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αναζητά τον πολιτικό λόγο που θα την διεγείρει και θα την εμπνεύσει με όρους πολιτικούς και όχι «απολιτίκ». Φυσικά όλα αυτά είναι μερικές -ως ένα βαθμό υποκειμενικές- παρατηρήσεις που το Ποτάμι ή ο Θεοδωράκης μπορούν να πάρουν ή να μην πάρουν υπ’ όψη. Όμως ανεξαρτήτως από τις επιφυλάξεις που μπορεί να υπάρχουν -και τις οποίες έχω κι εγώ- όλα αυτά δεν αναιρούν ότι για πρώτη φορά στα μεταπολιτευτικά χρονικά γίνονται τέτοιες προσπάθειες που πλαισιώνονται από το μεράκι ανθρώπων που, όπως όλοι μας, διψούν για να σπάσει ο φαύλος κύκλος μιας ατέρμονης στασιμότητας στην Ελλάδα. Προσπάθειες με προβλήματα, υστερήσεις κι αδυναμίες που δείχνει να έχει το Ποτάμι. Το ερώτημα είναι αν αξίζει να έχει μια ευκαιρία. Η απάντησή μου είναι πως ναι. Υπό μία προϋπόθεση: ότι ο Θεοδωράκης, και ο κάθε Θεοδωράκης, δεν θα κάνουν ότι δεν βλέπουν αυτές τις αδυναμίες. Χρόνος υπάρχει. Όχι φυσικά άπλετος αλλά τόσος όσος χρειάζεται ώστε να βεβαιωθούμε τουλάχιστον για τις αγνές προθέσεις, ως βάση για όλα τα άλλα που θα έρθουν ή δεν θα έρθουν. Το μέλλον θα δείξει».