28062017Headline:

Γιώργος Προβόπουλος: “Το παρακάναμε με τους φόρους”

“Η δημοσιονομική προσαρμογή της τελευταίας τετραετίας οδήγησε σε σημαντική επιβάρυνση των ειλικρινών φορολογούμενων” – “Καλούνται οι συνεπείς φορολογούμενοι να επωμιστούν ένα δυσανάλογα μεγάλο μέρος της προσπάθειας” – “Δεν θα γίνει κούρεμα καταθέσεων στην Ελλάδα”

«Η δημοσιονομική προσαρμογή της τελευταίας τετραετίας βασίστηκε σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι έπρεπε σε αύξηση της φορολογίας», με αποτέλεσμα «οι συνεπείς φορολογούμενοι να επωμιστούν ένα δυσανάλογα μεγάλο μέρος της προσπάθειας». Τη διαπίστωση αυτή κάνει ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος κ. Γιώργος Προβόπουλος σε συνέντευξή του στο «ΘΕΜΑ», όπου υπογραμμίζει ότι ο ίδιος είχε αρχικά υποστηρίξει πως η προσπάθεια θα έπρεπε να επικεντρωθεί στη μείωση των δαπανών και την αύξηση των εσόδων μέσα από τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και τον περιορισμό της φοροδιαφυγής, κάτι που δυστυχώς δεν επετεύχθη.

Ο κεντρικός τραπεζίτης στη συνέντευξή του αναφέρει ότι η ελληνική οικονομία έχει σημειώσει ουσιαστική πρόοδο και υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να επιστρέψει στην ανάπτυξη. Επισημαίνει, ωστόσο, ότι το 2014 είναι έτος εκλογικών αναμετρήσεων και οι θετικές προβλέψεις μπορεί να «αποδυναμωθούν, αν δεν ακυρωθούν» σε περίπτωση που η πολιτική αντιπαράθεση οξυνθεί περαιτέρω και η πόλωση κορυφωθεί, εντείνοντας την αβεβαιότητα. Για τον λόγο αυτό υπογραμμίζει ότι σήμερα απαιτείται «η σύμπλευση κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων σε ένα εθνικό σχέδιο εξόδου από την κρίση». Ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας αποκλείει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο κουρέματος των καταθέσεων και υπογραμμίζει ότι οι ελληνικές τράπεζες είναι επαρκώς κεφαλαιοποιημένες, καθώς και ότι το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας διαθέτει ένα ικανοποιητικό «μαξιλάρι» στην περίπτωση που κάποια τράπεζα χρειαστεί περαιτέρω κεφάλαια μετά την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων από τους ελέγχους της BlackRock.

– Η ύφεση στην ελληνική οικονομία διαρκεί περισσότερο απ’ όσο είχε προβλεφθεί. Πότε θα έρθει η ανάκαμψη; Το 2013 συμπληρώνεται ο τέταρτος χρόνος της προσπάθειας για την αντιμετώπιση της μεγάλης κρίσης και τη δημιουργία συνθηκών αναπτυξιακής επανεκκίνησης. Στα χρόνια αυτά η ύφεση ήταν βαθιά και το κόστος που κατέβαλαν οι πολίτες υψηλό. Σήμερα, όμως, υπάρχουν οι δυνατότητες να ανακοπεί η πτωτική πορεία, καθώς, παρά τις καθυστερήσεις και τις αστοχίες, έχει καταγραφεί ουσιαστική πρόοδος: εξαλείφθηκαν τα δίδυμα ελλείμματα, το δημοσιονομικό και το εξωτερικό, ανακτήθηκαν οι απώλειες ανταγωνιστικότητας κόστους, αντιμετωπίστηκαν κενά του ασφαλιστικού συστήματος, ανασυγκροτήθηκε επιτυχώς το τραπεζικό σύστημα…

– Ακούγεστε αισιόδοξος. Υπάρχει περίπτωση να ανατραπούν οι προβλέψεις; Κάτι τέτοιο έχει συμβεί στο παρελθόν. Αν και έχουμε διανύσει ένα μεγάλο μέρος της αναγκαίας διαδρομής, η προσπάθεια προσαρμογής δεν έχει ολοκληρωθεί. Απομένει να πορευτούμε ακόμη το δύσκολο «τελευταίο μίλι». Η σταθεροποίηση που καταγράφεται είναι ακόμη εύθραυστη. Αποτελεί, επομένως, εθνική ανάγκη να διαφυλαχθούν όσα έχουμε ήδη επιτύχει με τεράστιο κοινωνικό κόστος, να αποτραπούν οπισθοδρομήσεις και να σιγουρέψουμε την οικονομική προοπτική της χώρας.

– Υπαινιχθήκατε προ ημερών ότι το πολιτικό κλίμα μπορεί να επηρεάσει τις οικονομικές εξελίξεις… Αυτό που είπα είναι ότι το κοινωνικοπολιτικό κλίμα παρουσιάζει στοιχεία πόλωσης σε μια δύσκολη και κρίσιμη συγκυρία όπου απαιτείται το αντίθετο: η σύμπλευση κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων σε ένα εθνικό σχέδιο εξόδου από την κρίση. Δεδομένου ότι το 2014 είναι έτος εκλογικών αναμετρήσεων, φοβάμαι ότι η αντιπαράθεση μπορεί να οξυνθεί περαιτέρω και η πόλωση να κορυφωθεί. Αν αυτό συμβεί, η αβεβαιότητα θα ενταθεί και θα αποδυναμωθούν, αν δεν ακυρωθούν, τα στοιχεία που στηρίζουν σήμερα θετικές προβλέψεις για το 2014. Θα σας θυμίσω ακόμη ότι στο πρώτο εξάμηνο του επόμενου έτους θα διαπραγματευτούμε με τους εταίρους μας το θέμα του δημόσιου χρέους, με βάση την απόφαση του Eurogroup της 26ης Νοεμβρίου 2012. Είναι αυτονόητο ότι η χώρα θα πετύχει το καλύτερο αποτέλεσμα όσο πιο ενωμένη βρεθεί στις σχετικές διαβουλεύσεις.

– Η κυβέρνηση προβλέπει ότι φέτος θα πετύχει πρωτογενές πλεόνασμα. Αυτό όμως, αν συμβεί, θα οφείλεται στην υπερφορολόγηση των πολιτών. Το 2013 αποτελεί σταθμό για τη δημοσιονομική προσαρμογή καθώς, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, θα επιτευχθεί πρωτογενές πλεόνασμα. Θα συμφωνήσω ότι η δημοσιονομική προσαρμογή της τελευταίας τετραετίας βασίστηκε σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι έπρεπε σε αύξηση της φορολογίας, η οποία οδήγησε σε σημαντική επιβάρυνση των φορολογουμένων, ιδιαίτερα των ειλικρινών. Είχα εξαρχής υποστηρίξει ότι η δημοσιονομική προσαρμογή όφειλε να επικεντρωθεί στη μείωση των δαπανών και να επιδιώξει αύξηση των εσόδων με διεύρυνση της φορολογικής βάσης και περιορισμό της φοροδιαφυγής. Είχα μιλήσει για προσαρμογή κατά τα 2/3 προερχόμενη από τον περιορισμό των δαπανών και κατά το 1/3 από την αύξηση των φορολογικών εσόδων με περιορισμό της φοροδιαφυγής. Αυτό όμως, δυστυχώς, δεν επετεύχθη, κι έτσι σε μια περίοδο μεγάλης και ταχείας πτώσης των εισοδημάτων καλούνται οι συνεπείς φορολογούμενοι να επωμιστούν ένα δυσανάλογα μεγάλο μέρος της προσπάθειας.

– Οι τράπεζες βρέθηκαν πολλές φορές στο επίκεντρο της κρίσης. Ποια είναι σήμερα η κατάσταση; Καταρχάς θα σημειώσω ότι το τραπεζικό μας σύστημα βρέθηκε για καιρό σε μια δίνη που οφειλόταν αποκλειστικά στη δημοσιονομική κρίση. Εγινε, δηλαδή, το αντίθετο απ’ ό,τι σε χώρες όπως η Ισλανδία, η Κύπρος ή η Ιρλανδία, όπου τα προβλήματα εκεί ξεκίνησαν από τις τράπεζες. Η τεράστια αναδιάταξη και ανασυγκρότηση του εγχώριου τραπεζικού συστήματος, που σήμαινε, μεταξύ άλλων, και την εξυγίανση από την Τράπεζα της Ελλάδος 12 τραπεζών, έγινε απολύτως ομαλά, χωρίς κανένας αποταμιευτής να υποστεί απομείωση των καταθέσεών του, δηλαδή χωρίς να διαταραχθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, αν είχε κλονιστεί ο κίνδυνος θα ήταν εξαιρετικά μεγάλος για την οικονομική θέση της χώρας εντός της ζώνης του ευρώ.

– Οι τράπεζες ανακεφαλαιοποιήθηκαν, αλλά οι στρόφιγγες της χρηματοδότησης παραμένουν κλειστές. Γιατί συμβαίνει αυτό; Η στενότητα στις τραπεζικές πιστώσεις είναι πανευρωπαϊκό και όχι μόνον ελληνικό ζήτημα. Οσον αφορά στα καθ’ ημάς, υπάρχουν πολλοί παράγοντες που επιδρούν αρνητικά στην πιστοδοτική ικανότητα των τραπεζών. Ενας από τους πιο σημαντικούς είναι η συσσώρευση δανείων σε καθυστέρηση, η οποία αποθαρρύνει τη χορήγηση νέων πιστώσεων και αποστερεί τις τράπεζες από πόρους που θα μπορούσαν να διοχετεύουν σε νέα δάνεια. Τα δάνεια σε καθυστέρηση εξάλλου συντηρούν την ανάγκη δέσμευσης κεφαλαίων για σχηματισμό προβλέψεων.

Ομως και η ζήτηση πιστώσεων παραμένει αδύναμη, καθώς η επενδυτική δραστηριότητα έχει μειωθεί, ενώ η υψηλή ανεργία, οι μειώσεις μισθών και η πτωτική τάση των τιμών των ακινήτων αποθαρρύνουν τη ζήτηση δανείων εκ μέρους των νοικοκυριών. Η αναμενόμενη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών θα συμβάλει στην εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης μεσοπρόθεσμα, καθώς θα επιτρέψει την επανάκαμψη των τραπεζών στη διεθνή διατραπεζική αγορά, θα βοηθήσει την επιστροφή των καταθέσεων και θα δημιουργήσει ζήτηση πιστώσεων.

– Αν οι τράπεζες δεν μπορούν να επεκτείνουν τη χρηματοδότηση, πώς θα έρθει η ανάπτυξη; Πρόσφατα συναντήθηκα με τους επικεφαλής των τεσσάρων μεγάλων τραπεζών και τους τόνισα την ευθύνη που έχουν για στοχευμένη διοχέτευση πιστώσεων σε υγιείς επιχειρήσεις ώστε να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητά τους και να στηριχθεί το νέο, εξωστρεφές παραγωγικό μοντέλο της οικονομίας. Τους συνέστησα μάλιστα να εκμεταλλευτούν την εμπειρία που απέκτησαν από την αναδιάταξη του τραπεζικού συστήματος, ώστε να βοηθήσουν στην αναδιάρθρωση και άλλων κλάδων της οικονομίας. Θεωρώ αδιανόητο σε μια οικονομία που έχει βιώσει τέτοιας έκτασης ύφεση ο μόνος κλάδος που έχει αναδιαταχθεί μέχρι στιγμής να είναι ο τραπεζικός. Θα πρέπει εξάλλου να σημειώσω ότι ο τραπεζικός δανεισμός ακόμη και στα καλά χρόνια δεν αντιπροσώπευε πάνω από το 40% της συνολικής χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα. Υπάρχουν δηλαδή και άλλοι τρόποι χρηματοδότησης.

– Ποιοι είναι αυτοί οι εναλλακτικοί τρόποι χρηματοδότησης; Καταρχάς, όταν το πρόβλημα είναι η ανεπάρκεια κεφαλαίων των επιχειρήσεων -κάτι αρκετά συνηθισμένο σήμερα- θα πρέπει να το επιλύσουν οι ίδιες. Οι μέτοχοι των επιχειρήσεων αυτών θα πρέπει να τοποθετήσουν νέα κεφάλαια. Παράλληλα, εναπόκειται στους επιχειρηματίες να αναλάβουν πρωτοβουλίες εκσυγχρονισμού των επιχειρήσεών τους με οργανωτική ανασύνταξη, επωφελείς συνεργασίες, έλεγχο του κόστους και προσανατολισμό προς τις αγορές του εξωτερικού. Θεωρώ θετικό ότι τελευταία μεγάλες επιχειρήσεις μπόρεσαν να αντλήσουν σημαντικά ποσά από τις αγορές εταιρικών ομολόγων του εξωτερικού. Η πρόσβαση των ελληνικών εταιρειών στις διεθνείς αγορές θα διευρύνεται όσο θα βελτιώνεται η εμπιστοσύνη στις προοπτικές της οικονομίας. Πέραν τούτου, όμως, απαιτούνται θεσμικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα επιτρέψουν την ανάπτυξη μιας εγχώριας αγοράς εταιρικής χρηματοδότησης για μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθώς επίσης και η επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων για την προσέλκυση κεφαλαίων από το εξωτερικό. Παράλληλα, πρέπει να αξιοποιηθούν με πιο εντατικό ρυθμό τα προγράμματα συγχρηματοδότησης δανείων και εγγυοδοσίας με πόρους των διαρθρωτικών ταμείων της Ε.Ε. και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, που ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη.

– Τι εικόνα προκύπτει για τις τράπεζες μετά τη διαγνωστική άσκηση της BlackRock; Τα αποτελέσματα της BlackRock θα αποτελέσουν μόνο ένα κομμάτι των stress tests που βρίσκονται σε εξέλιξη. Οπως έγινε και την προηγούμενη φορά, θα συνεκτιμήσουμε τα αποτελέσματα της BlackRock για τον αναμενόμενο πιστωτικό κίνδυνο με τα υφιστάμενα κεφαλαιακά αποθέματα, τις σωρευμένες προβλέψεις και την αναμενόμενη κερδοφορία των τραπεζών. Σύντομα θα μπορούμε να πούμε περισσότερα. Πάντως, αν και εφόσον κάποια τράπεζα χρειαστεί περαιτέρω κεφάλαια, το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας διαθέτει ένα ικανοποιητικό «μαξιλάρι».
– Τι θα γίνει με τις θυγατρικές των ελληνικών τραπεζών στη Νοτιο­ανατολική Ευρώπη; Η παρουσία των ελληνικών τραπεζών στην περιοχή αποτελεί μακροπρόθεσμη στρατηγική επιλογή. Δεν έχουν κατορθώσει όμως όλες οι ελληνικές τράπεζες να αποκτήσουν κρίσιμο μέγεθος και μερίδιο αγοράς στην κάθε χώρα ώστε να ενισχύσουν την αποτελεσματικότητα και την κερδοφορία τους. Για τον λόγο αυτό έχω συστήσει στις διοικήσεις τους να εξετάσουν πιθανές συνεργασίες, ανταλλαγές ή συγχωνεύσεις, ώστε κάθε τράπεζα να επικεντρωθεί στις χώρες όπου είναι πιο δυνατή.

– Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή που ζήσατε για τη χώρα από τη θέση σας στην ηγεσία της ΤτΕ; Ολόκληρη η περίοδος από τα τέλη του 2008 μέχρι και πριν από λίγο καιρό ήταν εξαιρετικά δυσχερής. Κάθε τόσο είχαμε να αντιμετωπίσουμε και μια νέα κρίση. Θυμίζω ενδεικτικά: συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης, αποκλεισμός από τις αγορές, μαζική εκροή καταθέσεων, κλείσιμο τραπεζών, PSI, διπλές εκλογές, Κύπρος… Αναμφίβολα, όμως, οι 40 μέρες ανάμεσα στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2012 ήταν από τις πιο δύσκολες. Με την ανησυχία των καταθετών και τις μεγάλες εκροές καταθέσεων δεν κρινόταν μόνο η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος, αλλά και η παραμονή μας στο ευρώ. Κρινόταν το μέλλον της χώρας. Αθόρυβα φροντίσαμε, μεταξύ άλλων, να εφοδιάσουμε εγκαίρως το σύστημα με τραπεζογραμμάτια και να μην εξελιχθεί η ανησυχία σε τραπεζικό πανικό. Αν εκείνες τις μέρες είχε συμβεί ένα ατύχημα, η κατάσταση στην Ελλάδα θα ήταν σήμερα πολύ διαφορετική.

– Υπήρξαν στιγμές που ως διοικητής της ΤτΕ χτυπήσατε το χέρι στο τραπέζι υπέρ των ελληνικών συμφερόντων; Στις διαπραγματεύσεις, τα συμφέροντα δεν εξυπηρετούνται κατά κανόνα με το χτύπημα του χεριού. Εξυ­πηρετούνται κυρίως με πειστικά επιχειρήματα. Αυτό επιλέγω να κάνω – και θέλω να πιστεύω επιτυχημένα. Ακόμη και στις χειρότερες συνθήκες που βίωσε η χώρα, οι ελληνικές τράπεζες δεν έχασαν την πρόσβασή τους σε χρηματοδότηση από το ευρωσύστημα. Ενώ σε άλλες χώρες οι καταθέτες έχασαν μεγάλο μέρος των καταθέσεών τους, στην Ελλάδα ουδείς έχασε έστω και ένα ευρώ.