26052017Headline:

Ο Φιλιππίδης ισχυρίζεται ότι αν χάσει τα δάνεια θα τα δώσουν οι εισαγγελείς

 

Προσερχόμενος στον ανακριτή ο κ. Φιλιππίδης δήλωσε: «Θα δώσω τη μάχη του αυτονόητου προκειμένου οι τράπεζες να μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους. Άμα χάσω οι εισαγγελείς θα δίνουν δάνεια».

O πρώην επικεφαλής του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, Αγγελος Φιλιπίδης, κρατείτο στη ΓΑΔΑ απο την 5η Φεβρουαρίου, όταν  συνελήφθη αμέσως μετά την άφιξή του απο την Τουρκία στην Αθήνα. Ο κ. Φιλιππίδης βρίσκεται αντιμέτωπος με βαριές κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της απιστίας και της άμεσης συνέργειας σε νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα σχετικά με τα δάνεια που χορηγήθηκαν επί διοίκησης του στους επιχειρηματίες Λαυρέντη Λαυρεντιάδη, Δημήτρη Κοντομηνά, Κυριάκο Γριβέα και τη σύζυγό του Αναστασία Βάτσικα και Παναγιώτη Ευσταθίου.

Σύμφωνα με το εισαγγελικό πόρισμα, βάση του οποίου ασκήθηκαν διώξεις για την υπόθεση των δανειοδοτήσεων που είχε χορηγήσει το ΤΤ, οι εν λόγω χρηματοδοτήσεις δόθηκαν χωρίς εξασφαλίσεις για την τράπεζα και φέρεται να προκάλεσαν ζημιά που υπερβαίνει τα 400 εκατομμύρια ευρώ.

Ο κ. Φιλιππίδης, στην απολογία του οποίου σήμερα θα παρίσταται η εισαγγελέας Πόπη Παπανδρέου, κρίθηκε από τους εισαγγελείς διαφθοράς ύποπτος φυγής και για τον λόγο αυτό εκδόθηκε από την αρχή σε βάρος του, όπως και σε βάρος των επιχειρηματιών πλην Λαυρεντιάδη, ένταλμα σύλληψης για τις πρώτες περιπτώσεις δανειοδοτήσεων, ενώ ακολούθησε και δεύτερο ένταλμα για την περίπτωση των δανείων προς επιχειρήσεις του επιχειρηματία Π. Ευσταθίου. Όπως ανέφερε στο πόρισμα της η κ. Παπανδρέου, θεωρεί τον κατηγορούμενο «ύποπτο φυγής λόγω της οικονομικής ευχέρειας που έχει και λόγω των διασυνδέσεών του» αλλά και ύποπτο «να συσκοτίσει ή να επιβραδύνει τις έρευνες». Στο πόρισμά της τονίζει χαρακτηριστικά: «Ενόψει δε του κύκλου των γνωριμιών και σχέσεων που ανέπτυξε ο προαναφερθείς, ένεκα και της υψηλόβαθμης θέσεως που κατείχε ως πρόεδρος του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, με επιχειρηματίες και λοιπούς παράγοντες της χώρας, αλλά και με πρόσωπα που δραστηριοποιούνται στην αλλοδαπή».

Από την πλευρά του, ο ‘Αγγελος Φιλιππίδης, τόσο με δηλώσεις του σε ΜΜΕ όσο και δια των συνηγόρων του, υποστηρίζει ότι η τράπεζα τήρησε όλες τις ενδεδειγμένες διαδικασίες για επίμαχα δάνεια και τονίζει ότι την περίοδο που χορηγήθηκαν δεν υπήρχε ζήτημα αξιοπιστίας των επιχειρηματιών προβάλοντας ως πιο χαρακτηριστική περίπτωση αυτή του Λαυρέντη Λαυρεντιάδη. Υποστηρίζει, επίσης, ότι δεν σκόπευε να αποφύγει τη δικαιοσύνη και προς επίρρωση της θέσης του ισχυρίζεται πως ήρθε αμέσως οικειοθελώς στην Ελλάδα αμέσως μόλις αφέθηκε ελεύθερος από τις τουρκικές αρχές, ενώπιον των οποίων βρέθηκε όταν συνελήφθη στην Κωνσταντινούπολη πριν ένα μήνα σε εκτέλεση του πρώτου εντάλματος που εκδόθηκε σε βάρος του.

Μάλιστα ο Α. Φιλιππίδης και οι συνήγοροί του, Γ. Παπαϊωάννου και Θ. Βαρλάμης, προσκόμισαν και φωτογραφίες από την πτήση αλλά και έγγραφο, χωρίς σφραγίδα, κάποιας αρχής, όπου δηλώνεται η βούλησή του να επιστρέψει. Η προσπάθειά του να πείσει ότι ήρθε με δική του θέληση είναι καίριας σημασίας για την εξέλιξη της υπόθεσης. Αν πείσει ανακριτή και εισαγγελέα, η υπεράσπισή του θα έχει ισχυρό όπλο στα χέρια της ότι δεν είναι ύποπτος φυγής και θα προσπαθήσει να αποφύγει, έτσι, την προσωρινή κράτηση για να μείνει μετά την απολογία του ελεύθερος με όρους.
Στο πολυσέλιδο υπόμνημά του -φτάνει τις 300 σελίδες- ο Φιλιππίδης θα αρνηθεί, σύμφωνα με πληροφορίες, ότι τα δάνεια εκατομμυρίων που δόθηκαν επί εποχής του από το Τ.Τ σε συγκεκριμένους επιχειρηματίες ήταν χωρίς (ή με ανεπαρκείς) εγγυήσεις και ότι κατέληξαν σε προσωπικούς λογαριασμούς των επιχειρηματιών. Επίσης θα επιχειρήσει να αντικρούσει την κατηγορία της απάτης για τη σύμβαση του Τ.Τ με εταιρεία συμφερόντων του επιχειρηματία Δ. Κοντομηνά για την έκδοση πιστωτικής κάρτας. Θα υποστηρίξει ότι δεν είχε προσωπική ωφέλεια από τις εν λόγω δανειοδοτήσεις και ότι οι σχέσεις του με τους επιχειρηματίες που πήραν τα δάνεια ήταν καθαρά επαγγελματικές. Επίσης, θα προσπαθήσει να ανασκευάσει τα περί «πολιτικής δίωξης» που ισχυρίστηκε, μέσω των δικηγόρων του, στην Τουρκία.
Παράλληλα, θα κάνει αναφορές και για τις δανειοδοτήσεις άλλων τραπεζών σε μια προσπάθεια να καταδείξει ότι η πρακτική του Τ.Τ. δεν ήταν η μόνη στον τραπεζικό χώρο.