28072017Headline:

Σε πολιτικό ζήτημα εξελίσσεται η ανατίμηση του γάλακτος

 

Και όλα αυτά ενώ έχει λάβει ευρύτερες διαστάσεις η ενδοκυβερνητική – και όχι μόνο – αντιπαράθεση σχετικά με το αν θα απελευθερωθεί ή θα επιμηκυνθεί και πώς θα γίνει αυτό η χρονική διάρκεια του παστεριωμένου γάλακτος.
Στο ίδιο διάστημα τα προβλήματα των αγελαδοτρόφων έχουν πολλαπλασιαστεί και οι καθυστερήσεις των πληρωμών, ιδιαίτερα σε περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, έχουν μεγαλώσει.
Τα προβλήματα ρευστότητας που αντιμετωπίζει σχεδόν το σύνολο της γαλακτοβιομηχανίας είναι πλέον οξύτατα απειλώντας την ίδια τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.
«Μείωση κόστους»

 

Μιλώντας προς «Το Βήμα» παράγων της αγοράς έλεγε ότι «είναι ανάγκη να μειωθεί το κόστος παραγωγής του παστεριωμένου γάλακτος κατά περίπου 15 λεπτά το λίτρο και φυσικά το ποσό δεν είναι δυνατόν αυτό να επιστραφεί στον καταναλωτή με τη μείωση της τιμής – δεν υπάρχουν τέτοια περιθώρια».  «Αυτά τα χρήματα πρέπει να μπουν στα ταμεία των επιχειρήσεων», αναρωτώμενος εν συνεχεία: «Ποια εταιρεία του κλάδου είναι κερδοφόρα;».
Η πραγματικότητα όπως έχει διαμορφωθεί στην αγορά στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων – ιδιαίτερα σκληρή για καταναλωτές, γαλακτοβιομηχανίες και αγελαδοτρόφους – είναι προφανές ότι εξουδετερώνει την επιχειρηματολογία της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Ανάπτυξης, το οποίο, επαναλαμβάνοντας τη θέση του ΟΟΣΑ, θεωρεί ότι, αν απελευθερωθεί η χρονική διάρκεια ζωής του παστεριωμένου γάλακτος, θα μειωθούν και οι τιμές του.
Αυτό που θα επιτευχθεί όμως αν απελευθερωθεί η χρονική διάρκεια του παστεριωμένου γάλακτος ή αν επιμηκυνθεί ο χρόνος ζωής του, υποστηρίζει ο ίδιος παράγων, είναι η μείωση του κόστους παραγωγής.
Τούτο μπορεί να συμβεί ως εξής: κατ’ αρχάς η επιμήκυνση του χρόνου ζωής του γάλακτος θα περιορίσει τις επιστροφές, δηλαδή την επιστροφή στη γαλακτοβιομηχανία όσων ποσοτήτων έχουν απομείνει στα ψυγεία των σουπερμάρκετ αφού έληξε η χρονική διάρκεια του προϊόντος. Το ποσοστό των επιστροφών ποικίλλει από εταιρεία σε εταιρεία. Επί παραδείγματι, είναι μεγαλύτερο όταν μια γαλακτοβιομηχανία χάνει μερίδιο αγοράς, ενώ είναι ελεγχόμενο όταν μια γαλακτοβιομηχανία «απελευθερώνει μερίδιο οικία βουλήσει».
Οι επιστροφές

 

Δεύτερον, εξηγεί, θα περιοριστεί η διανομή, δηλαδή θα υπάρξει εξοικονόμηση του μεταφορικού κόστους. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι υπάρχουν εταιρείες που, σε περιορισμένη βεβαίως κλίμακα, τόσο το 2012 όσο και το 2013 έχουν κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση.
Ως εκ τούτου η μείωση των επιστροφών σημαίνει πρακτικά ότι οι γαλακτοβιομηχανίες θα αγοράζουν μικρότερες ποσότητες γάλακτος από αυτές που προμηθεύονται σήμερα από τους κτηνοτρόφους, γεγονός που σημαίνει ότι θα επιχειρηθεί και η μείωση της τιμής της πρώτης ύλης. Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση ένα μέρος της μείωσης του κόστους παραγωγής θα το επωμιστούν οι κτηνοτρόφοι και, δεδομένων των προβλημάτων της κτηνοτροφίας, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε αρκετές περιπτώσεις τίθεται θέμα βιωσιμότητας των μικρού και μεσαίου μεγέθους κτηνοτροφικών μονάδων.
Επ’ αυτού είναι χαρακτηριστική η επιστολή που απέστειλαν την περασμένη Τετάρτη στον πρωθυπουργό κ. Αντώνη Σαμαρά – και κοινοποίησαν στις πολιτικές ηγεσίες των υπουργείων Ανάπτυξης και Αγροτικής Ανάπτυξης – οι επικεφαλής των τεσσάρων εκ των πέντε εναπομεινασών συνεταιριστικών γαλακτοβιομηχανιών, της ΕΒΟΛ, της Τρίκκη ΑΕ,  της Λαμίας και της Πάτρας, οι οποίοι τονίζουν: «Από 850.000 τόνους εγχώρια παραγωγή αγελαδινού γάλακτος το 2005 σήμερα ήδη έχουμε φθάσει κάτω από 600.000 τόνους και από τις 6.500 αγελαδοτροφικές μονάδες σήμερα έχουν απομείνει λιγότερες από 4.000. Αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι οι κτηνοτρόφοι στην πατρίδα μας ευημερούν και ότι αυτό που θα τους σώσει είναι η αύξηση της διάρκειας ζωής του γάλακτος; Αυτό θα είναι και το τελειωτικό χτύπημα».
Το αγκάθι

 

Εν τω μεταξύ οι αγροτικές κινητοποιήσεις με την εμφανή συμμετοχή και των κτηνοτρόφων οδηγούν την κυβέρνηση σε αδιέξοδο.
Είναι γνωστή η διελκυστίνδα μεταξύ της Νέας Δημοκρατίας και του ΠαΣοΚ, του υπουργείου Ανάπτυξης με το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, οι αντιτιθέμενες απόψεις εντός του Μεγάρου Μαξίμου, η ξαφνική εμμονή της τρόικας με το γάλα, καθώς και η θέση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης κ. Ευάγγελου Βενιζέλου «αυτό με το γάλα δεν περνάει» – συνομιλητές του υποστηρίζουν ότι τον άκουσαν πολλές φορές στη διάρκεια των τελευταίων μηνών να επαναλαμβάνει αυτή τη φράση.
Αίφνης, λοιπόν, η απελευθέρωση της χρονικής διάρκειας του παστεριωμένου γάλακτος έχει αναδειχθεί μείζον πολιτικό ζήτημα, αν και ορισμένοι υποστηρίζουν ότι στο συγκεκριμένο θέμα αντανακλάται με έναν διαθλασμένο τρόπο όλη η προβληματική κατάσταση επάνω στην οποία βασίστηκε η ανάπτυξη της γαλακτοκομίας στη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών.
Υπενθυμίζεται ότι η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Ανάπτυξης και ιδιαίτερα ο υπουργός κ. Κωστής Χατζηδάκης, αν και ταυτίστηκε με τη θέση του ΟΟΣΑ για την πλήρη απελευθέρωση της χρονικής διάρκειας του παστεριωμένου γάλακτος – η κάθε γαλακτοβιομηχανία να ορίζει με δική της ευθύνη τη χρονική διάρκεια του προϊόντος της -, θα ήταν ευτυχής με έναν συμβιβασμό που θα επιμήκυνε τον χρόνο ζωής από τις 5 στις 7 ημέρες.
Αλλά η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, οι κ.κ. Αθανάσιος Τσαυτάρης και Μάξιμος Χαρακόπουλος, θεωρούν και επιμένουν πως δεν είναι δυνατόν να ονομάζεται φρέσκο γάλα μεγαλύτερης διάρκειας των πέντε ημερών. Σύμμαχός τους ο αντιπρόεδρος κ. Βενιζέλος. Και έχουν την αρωγή των κτηνοτρόφων και των γαλακτοκομικών συνεταιρισμών.

Μάχη μεριδίων στην αγορά Η συρρίκνωση της κατανάλωσης ασκεί πιέσεις στις γαλακτοβιομηχανίες Η κατάσταση στην αγορά γάλακτος στη διάρκεια του 2013 είναι εξαιρετικά αποκαλυπτική. Η κατανάλωση του παστεριωμένου γάλακτος πέρυσι συρρικνώθηκε κατά 6,3%. Και μόνο αυτό το στοιχείο είναι φανερό ότι ασκεί τρομακτικές πιέσεις στις γαλακτοβιομηχανίες.
Είναι εντυπωσιακή η άνοδος της Vivartia: κέρδισε περίπου 5,5 μονάδες ανοίγοντας την «ψαλίδα» από τη δεύτερη εταιρεία, που είναι η Ολυμπος. Η εταιρεία των αδελφών Σαράντη, αρχίζοντας από το 2012 και συνεχίζοντας και το 2013, τροποποίησε σημαντικά τη στρατηγική της. Κέρδισε 1,4 μονάδες, αλλά η έμφασή της δεν είναι στην αγορά του παστεριωμένου γάλακτος αλλά σε αυτήν του  γάλακτος υψηλής παστερίωσης.
Επίσης κερδισμένες είναι οι μικρές συνεταιριστικές γαλακτοβιομηχανίες, οι οποίες πέρυσι βελτίωσαν τις επιδόσεις τους (ΕΒΟΛ, Τρίκκη κτλ). Το 2013 όμως χάθηκε από τον «χάρτη» η Αγνό εγκαταλείποντας μερίδιο περίπου 8 μονάδων. Στους χαμένους είναι και η ΜΕΒΓΑΛ, η οποία έχασε 3,8 μονάδες, αλλά παραδόξως και τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας λόγω του υψηλού ανταγωνισμού που υπάρχει στις τιμές.
Από την άλλη πλευρά, η αγορά του γάλακτος υψηλής παστερίωσης αυξήθηκε κατά 6%, δείγμα της δυναμικής που αναπτύσσεται στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων.
Η πρώτη θέση ανήκει στη Friesland, την εταιρεία που δημιούργησε τη συγκεκριμένη κατηγορία από τη δεκαετία του 1990, ενώ στη δεύτερη θέση και σε απόσταση αναπνοής βρίσκονται τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, γεγονός που εξηγείται από τη μεγάλη διαφορά τιμής που υπάρχει μεταξύ επώνυμου και «ανώνυμου» προϊόντος.
Στην τρίτη θέση βρίσκεται η Vivartia, η οποία όμως έχασε 1,6 μονάδες, και με βραχεία κεφαλή βρίσκεται μπροστά από την Ολυμπος, η οποία αντιθέτως κέρδισε 1,7 μονάδες. Την τέταρτη θέση κατέχει η ΦΑΓΕ, η οποία έχασε 1,1 μονάδες, όπως και η ΜΕΒΓΑΛ, που έχασε 1 μονάδα – η Αγνό «απελευθέρωσε» περίπου 2 μονάδες.

Εισάγεται το 60% της πρώτης ύλης Σήμερα η μέση τιμή παραγωγού του αγελαδινού γάλακτος στην Ελλάδα είναι 45,5 λεπτά το κιλό, ενώ αντιθέτως η μέση τιμή του εισαγόμενου γάλακτος είναι περίπου 55 λεπτά το κιλό – πρόκειται για τιμή παράδοσης στο ελληνικό εργοστάσιο, συμπεριλαμβανομένου και του μεταφορικού κόστους. Φθηνότερο είναι το ουγγρικό γάλα που κοστίζει 53 λεπτά το κιλό και ακριβότερο το γερμανικό που κοστίζει 60 λεπτά το κιλό.
Η εντυπωσιακά υψηλή τιμή οφείλεται στη μεγάλη ζήτηση που υπάρχει από την Κίνα. Μάλιστα, ποσότητα μεγαλύτερη του 60% της πρώτης ύλης που χρησιμοποιείται για την παραγωγή του γάλακτος υψηλής παστερίωσης στην ελληνική αγορά είναι εισαγόμενη. Κι εκεί οφείλεται και η υψηλότερη τιμή του έναντι του παστεριωμένου.

«Σύγχυση στους καταναλωτές» Επιστολή εκπροσώπων επιχειρήσεων και συνεταιρισμών προς τον Πρωθυπουργό «Η άποψη του υπουργείου Ανάπτυξης για γάλα μιας και δύο ημερών είναι ανεφάρμοστη, άνευ ουσιαστικού αποτελέσματος, και θα δημιουργήσει σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό» τονίζουν στην επιστολή τους προς τον πρωθυπουργό κ. Αντώνη Σαμαρά οι κ.κ. Νικήτας Πρίντζος, πρόεδρος ΕΑΣ Βόλου και επικεφαλής της ΕΒΟΛ, Αθανάσιος Παπαθανασόπουλος, πρόεδρος της ΕΑΣ Λαμίας και της αντίστοιχης γαλακτοβιομηχανίας, Αχιλλέας Λιούτας, πρόεδρος της ΕΑΣ Τρικάλων και επικεφαλής της Τρίκκη ΑΕ, και Βασίλειος  Καϊμάκας, επικεφαλής του Συνεταιρισμού Αγελαδοτρόφων Πάτρας και της  γαλακτοβιομηχανίας Πρώτο. Και ζητούν από τον Πρωθυπουργό να επανεξετάσει την κυβερνητική θέση.
Στην επιστολή τους οι συνεταιριστές σημειώνουν: «Η κτηνοτροφία στην πατρίδα μας βιώνει τη μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία της και οι κτηνοτρόφοι βρίσκονται πλέον προ των πυλών της καταστροφής. Το αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο στα γαλακτοκομικά προϊόντα όχι μόνο δεν μειώνεται αλλά αυξάνεται δραματικά».
Και προσθέτουν ότι «θα εισρεύσουν στη χώρα μας χιλιάδες τόνοι αγελαδινού γάλακτος υποβαθμισμένου λόγω θερμικής επεξεργασίας καθώς, όπως είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο, η θρεπτική αξία του γάλακτος μειώνεται όσο αυξάνεται η θερμοκρασία παστερίωσης. Αυτό επιμελώς αποκρύπτεται και δεν αναφέρεται πουθενά.
Είναι σωστή η άποψη του υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ. Α. Τσαυτάρη, καθώς και του αναπληρωτή υπουργού κ. Μ. Χαρακόπουλου, οι οποίοι στηρίζουν την άποψη ότι η επιμήκυνση ζωής του φρέσκου γάλακτος θα είναι καταστροφική για τους κτηνοτρόφους αλλά και κανένα όφελος δεν θα υπάρχει για το καταναλωτικό κοινό».
Αναφέρουν χαρακτηριστικά ότι «εις επιβεβαίωση αυτών σήμερα κυκλοφορούν γάλατα διάρκειας 10-15 ημερών τα οποία όχι μόνο δεν είναι φθηνότερα αλλά και από απόψεως ποιοτικής είναι υποδεέστερα». Και υπενθυμίζουν και την περίπτωση των γιαουρτιών: «Επίσης ίδια πολιτική επιχειρείται να ακολουθηθεί και στα γιαούρτια, στο κατ’ εξοχήν επώνυμο προϊόν της ελληνικής κτηνοτροφίας, καθώς με προσαρμογή της νομοθεσίας θα επιτρέπεται η παρασκευή του και από σκόνη γάλακτος. Εξ όλων αυτών είναι δίκαιη η αντίδραση του κτηνοτροφικού κόσμου και του συνεταιριστικού κινήματος»