21102017Headline:

Γ. Προβόπουλος: Συνέπεια στις αλλαγές ή ετοιμαστείτε για χειρότερες μέρες

«Μόνο η συνεπής εφαρμογή όσων αλλαγών θεσμοθετήθηκαν με το τρίτο μνημόνιο, παράλληλα με μέτρα που επισπεύδουν την ανάκαμψη και ένα ευρύτερο πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων θα μας οδηγήσει στην έξοδο από την κρίση» σημειώνει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιώργος Προβόπουλος στην ενδιάμεση έκθεση για τη νομισματική πολιτική.

Ο ίδιος τονίζει «αν όμως υπάρξουν καθυστερήσεις, η ανάκαμψη απομακρύνεται και οι επιπτώσεις αυτή τη φορά θα είναι πολύ βαρύτερες». Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει συρρίκνωση του ΑΕΠ με ρυθμό ελαφρά ανώτερο του 6% το 2012 και της τάξεως του 4%-4,5% το 2013  ενώ εκτιμά ότι η ανάκαμψη θα αρχίσει το 2014. Πάνω από το 26% αναμένεται η ανεργία το 2013 και το 2014.

Η έκθεση υποβλήθηκε σήμερα στον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων και το Υπουργικό Συμβούλιο και αναφέρει τα εξής:


1. Ενα νέο ξεκίνημα είναι τώρα δυνατό
Μετά από σοβαρές καθυστερήσεις και αβεβαιότητες, η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα μπροστά σε νέες συνθήκες που υπό προϋποθέσεις δίνουν νέα προοπτική στην οικονομία. Τους προηγούμενους μήνες μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδος καθυστέρησε τις αναγκαίες ενέργειες που είχαν ήδη δρομολογηθεί, αύξησε την αβεβαιότητα και αναζωπύρωσε τις εικασίες για έξοδο της Ελλάδας από τη ζώνη του ευρώ. Η κυβέρνηση συνεργασίας που προέκυψε από τις εκλογές επωμίστηκε το καθήκον να ανατρέψει αυτό το δυσμενές κλίμα και να επαναφέρει το πρόγραμμα προσαρμογής σε κανονική τροχιά.
Πρώτο ουσιαστικό βήμα ήταν ο Νόμος 4093 που ψηφίστηκε από τη Βουλή στις 7 Νοεμβρίου, με τον οποίο υλοποιούνται δεσμεύσεις που προκύπτουν από το Μνημόνιο του Φεβρουαρίου 2012 (Ν. 4046/2012), οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις έπρεπε να έχουν ήδη εφαρμοστεί, καθώς και νέα μέτρα που περιλαμβάνονται στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ) 2013-2016. Παράλληλα, ο Προϋπολογισμός του 2013, που ψηφίστηκε στις 11 Νοεμβρίου, ενσωματώνει ένα μεγάλο μέρος των δημοσιονομικών ρυθμίσεων που αφορούν το σύνολο της περιόδου 2013-2016.
Έτσι υλοποιήθηκαν τα προαπαιτούμενα της δανειακής σύμβασης και δόθηκε σαφές μήνυμα ότι η ελληνική πλευρά τηρεί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν. Αυτό αναγνωρίστηκε ρητά από το Eurogroup στις 20 Νοεμβρίου και στη συνέχεια στις 26-27 Νοεμβρίου, όταν τέθηκαν σε κίνηση οι διαδικασίες για την εκταμίευση 34,4 δισεκ. ευρώ έως τα μέσα Δεκεμβρίου εφέτος και άλλων 9,3 δισεκ. ευρώ το α΄ τρίμηνο του 2013 και αποφασίστηκε η ελάφρυνση του χρέους, με σειρά μέτρων και παρεμβάσεων, ώστε αυτό να μειωθεί στο 175% το 2016, στο 124% το 2020 και αισθητά κάτω του 110% το 2022.
Οι εξελίξεις αυτές είναι θετικές και δημιουργούν βάσιμες προσδοκίες ότι η ελληνική οικονομία θα μπορούσε να ανακάμψει ίσως και συντομότερα απ’ ό,τι προβλέπεται σήμερα. Για να συμβεί αυτό, απαιτείται συνεπής εφαρμογή όσων θεσμοθετήθηκαν, παράλληλα με μέτρα που επισπεύδουν την ανάκαμψη και ένα ευρύτερο πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Αν όμως υπάρξουν καθυστερήσεις, η ανάκαμψη απομακρύνεται και οι επιπτώσεις αυτή τη φορά θα είναι πολύ βαρύτερες.


2. Το διεθνές περιβάλλον
Το διεθνές οικονομικό περιβάλλον είναι σήμερα δυσμενές. Ο ρυθμός ανόδου του παγκόσμιου ΑΕΠ εμφανίζει επιβράδυνση το 2012. Το ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 0,4% εφέτος, ενώ για το 2013 προβλέπεται πολύ περιορισμένη επιτάχυνση του ρυθμού του παγκόσμιου ΑΕΠ και οριακή ανάκαμψη στη ζώνη του ευρώ.

Η αυξημένη αβεβαιότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η προοπτική μιας απότομης δημοσιονομικής προσαρμογής στις ΗΠΑ και ο υποχωρών δυναμισμός των αναδυόμενων οικονομιών δεν συνιστούν βεβαίως τις ιδανικότερες συνθήκες για την αύξηση της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας – η προσπάθεια πρέπει όμως να συνεχιστεί με ένταση που, ακριβώς λόγω των δυσχερειών, πρέπει να είναι αυξημένη.

Υπάρχουν όμως και θετικά στοιχεία: Τα τελευταία δυόμισι χρόνια συμπληρώνεται σταδιακά το θεσμικό οικοδόμημα της ΕΕ και της ζώνης του ευρώ, ενώ η ενιαία νομισματική πολιτική και οι παρεμβάσεις του Ευρωσυστήματος αμβλύνουν τις δυσμενείς επιπτώσεις της κρίσης στις οικονομίες της ζώνης του ευρώ.
Από τις αλλαγές που συντελούνται στην ΕΕ επισημαίνεται ιδιαίτερα αυτή που αφορά τη δημιουργία τραπεζικής ένωσης, που θα περιλαμβάνει ενιαία ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία και ενιαίο πλαίσιο αφενός εγγύησης καταθέσεων και αφετέρου εξυγίανσης τραπεζών.

Οι εν εξελίξει αλλαγές στην Ευρωπαϊκή Ένωση επιτάσσουν την ενεργό συμμετοχή της Ελλάδος. Στο νέο πλαίσιο λειτουργίας που θα δημιουργηθεί στην ΕΕ θα ενταχθούν και αποφάσεις που θα αφορούν την Ελλάδα και την οριστική αντιμετώπιση των προβλημάτων που ανέδειξε η κρίση. Πρέπει επομένως η Ελλάδα να είναι ενεργά παρούσα στις ευρωπαϊκές διαδικασίες ως ισότιμος εταίρος, συμμετέχοντας στη διαμόρφωση αποφάσεων που θα καθορίσουν και το δικό μας μέλλον.

3. Οι μακροοικονομικές εξελίξεις

Στην Ελλάδα, οι μακροοικονομικές εξελίξεις των τελευταίων ετών ήταν ιδιαίτερα δυσμενείς και συνέβαλαν, σε μεγάλο βαθμό, στις αποκλίσεις από τους στόχους του προγράμματος προσαρμογής και στις απαισιόδοξες προβλέψεις για την πορεία του χρέους. Το 2011 κορυφώθηκε η ύφεση με το ρυθμό μείωσης του ΑΕΠ να φθάνει το 7,1%, αφού είχαν προηγηθεί μειώσεις 4,9% το 2010, 3,1% το 2009 και 0,2% το 2008. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά, με βάση εύλογες υποθέσεις για την πορεία εφαρμογής του προγράμματος, ότι το ΑΕΠ θα μειωθεί με ρυθμό ελαφρά ανώτερο του 6% το 2012 και της τάξεως του 4%-4,5% το 2013, ενώ η ανάκαμψη θα αρχίσει στη διάρκεια του 2014.

Επομένως, η σωρευτική μείωση του ΑΕΠ φθάνει το 20% στην πενταετία 2008-2012 και μπορεί να προσεγγίσει το 24% στην εξαετία 2008-2013. Παράλληλα, η σωρευτική μείωση της συνολικής και της μισθωτής απασχόλησης στην τετραετία 2009-2012 υπερβαίνει το 16% και το 17,5% αντίστοιχα, ενώ το ποσοστό ανεργίας παρουσιάζει εκρηκτική άνοδο: από 7,6% το 2008 στο 17,7% το 2011 και ελαφρά άνω του 23,5% το 2012 (κατά μέσο όρο έτους), ενώ εκτιμάται ότι μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω και να υπερβεί το 26% το 2013 και το 2014.

Ύφεση αυτής της έντασης και διάρκειας είναι ιστορικά πρωτοφανής για την ελληνική οικονομία σε καιρό ειρήνης και έχει σημαντικές επιπτώσεις όχι μόνο στα εισοδήματα αλλά και στο παραγωγικό δυναμικό και την κοινωνική συνοχή, καθώς η έλλειψη επενδύσεων και η παρατεταμένη ανεργία συντελούν στην απαξίωση του υλικού και του ανθρώπινου κεφαλαίου.

Η ύφεση επηρεάζει αρνητικά τη δημοσιονομική προσαρμογή, μειώνοντας τα δημόσια έσοδα και αυξάνοντας τις κοινωνικές δαπάνες, οδηγεί σε συρρίκνωση της καταθετικής βάσης των τραπεζών και άρα των δυνατοτήτων τους να παρέχουν χρηματοδότηση, ενώ δημιουργεί αρνητικό κλίμα για την αποδοχή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων από την κοινωνία και τελικά επιβαρύνει το λόγο χρέους/ΑΕΠ.

4. Οι αιτίες της ύφεσης
Κύριες αιτίες αυτής της οξείας και παρατεταμένης ύφεσης είναι η συσταλτική δημοσιονομική πολιτική, η μεταρρυθμιστική διστακτικότητα, η αυξημένη αβεβαιότητα και η ανεπάρκεια ρευστότητας. Ειδικότερα, η μεγάλη αυτή ύφεση αντανακλά προ πάντων τη συρρίκνωση της εγχώριας ζήτησης, η οποία μέχρι το 2008 ήταν ο βασικός μοχλός της ανάπτυξης.

Ο κύριος λόγος όμως που εξηγεί το εύρος και τη μεγάλη διάρκεια της ύφεσης, που ξεπέρασαν τις προβλέψεις, είναι ότι η απολύτως αναγκαία συσταλτική δημοσιονομική πολιτική συνδυάστηκε – λόγω της έντονης αβεβαιότητας που συντηρεί η κρίση χρέους- με σοβαρή επιδείνωση των συνθηκών χρηματοδότησης και συρρίκνωση της πιστωτικής επέκτασης προς τον ιδιωτικό τομέα. Από την άλλη πλευρά, τη βαθύτερη ύφεση εξηγούν και οι καθυστερήσεις στην προώθηση και κυρίως υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες αναμενόταν – μέσω της βελτίωσης της λειτουργίας των αγορών — να ενθαρρύνουν τις επιχειρηματικές επενδύσεις και έτσι να αντισταθμίσουν εν μέρει τη συσταλτική επίδραση της δημοσιονομικής προσαρμογής.

5. Το ζήτημα της ρευστότητας
Ο περιορισμός — λόγω της κρίσης — των δυνατοτήτων του τραπεζικού συστήματος να χρηματοδοτεί τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά επέτεινε την ύφεση. Ο περιορισμός της ρευστότητας έχει όμως και πιο μακροχρόνιες επιπτώσεις, καθώς εμποδίζει τη μεταφορά πόρων προς εξωστρεφείς δραστηριότητες, η οποία είναι αναγκαία για να επιτευχθεί διατηρήσιμη ανάπτυξη.
Οι πιέσεις στη ρευστότητα του πραγματικού τομέα της οικονομίας και οι δυσχέρειες πρόσβασης σε τραπεζικό δανεισμό θα ήταν κατά πολύ εντονότερες χωρίς την προσφυγή των τραπεζών στις πράξεις νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος και τη στήριξη της Τράπεζας της Ελλάδος.

Η ευρεία στήριξη της ρευστότητας που παρασχέθηκε από την κεντρική τράπεζα συνέβαλε σε συγκράτηση του περιορισμού της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά σε ρυθμό χαμηλότερο από εκείνον της συρρίκνωσης του ονομαστικού ΑΕΠ και βεβαίως χαμηλότερο από εκείνον της συρρίκνωσης της καταθετικής βάσης των τραπεζών. Στο μέτρο τούτο, η Τράπεζα της Ελλάδος, ως μέλος του Ευρωσυστήματος, συνέβαλε σε μετριασμό των δυσμενών επιπτώσεων της κρίσης χρέους και της δημοσιονομικής προσαρμογής στην οικονομική δραστηριότητα.

Επιπλέον, με την άσκηση ενισχυμένης εποπτείας επί των εμπορικών τραπεζών η Τράπεζα της Ελλάδος επέτυχε να διαφυλάξει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τυχόν κλονισμός της οποίας θα οδηγούσε σε μαζικές αναλήψεις καταθέσεων και κατάρρευση της οικονομίας.
6. Η πρόοδος που έχει επιτευχθεί
Παρά τις σημαντικές αδυναμίες και τα προβλήματα που επισημαίνονται στην Έκθεση, υπήρξε τα τελευταία χρόνια πρόοδος και μάλιστα ουσιαστική. Η πρόοδος ήταν όμως ασύμμετρη, καθώς η δημοσιονομική προσαρμογή υπήρξε σχετικά ταχύτερη, ενώ οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις έχουν καθυστερήσει. Ειδικότερα:

– Η δημοσιονομική προσαρμογή των τελευταίων ετών είχε ως αποτέλεσμα τη μεγάλη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων.
Πράγματι, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης σε εθνικολογιστική βάση μειώθηκε από 15,6% του ΑΕΠ το 2009 σε 9,4% το 2011, ενώ περαιτέρω σημαντική μείωση (στο 6,6% του ΑΕΠ) προβλέπεται για το τρέχον έτος σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η μείωση του πρωτογενούς ελλείμματος, το οποίο από 10,5% του ΑΕΠ το 2009 περιορίστηκε σε 2,3% του ΑΕΠ το 2011 και αναμένεται εφέτος να μειωθεί περαιτέρω στο 1,2% του ΑΕΠ σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του προϋπολογισμού.

Η πρόοδος της δημοσιονομικής προσαρμογής θα ήταν ακόμη ταχύτερη εάν η οικονομία δεν βρισκόταν σε βαθιά και παρατεταμένη ύφεση. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι, εάν το ονομαστικό ΑΕΠ είχε παραμείνει στα επίπεδα του 2008, ο εκτιμώμενος λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ το 2012 θα ήταν χαμηλότερος κατά 30 εκατοστιαίες μονάδες περίπου.