18102017Headline:

Διαφωνία τραπεζών για γενικευμένη ρύθμιση δανείων Επιφυλακτική η τρόικα Οποιαδήποτε διαγραφή υποχρεώσεων οδηγεί σε νέα ανακεφαλαιοποίηση

Με βήμα σημειωτόν προχωρεί το ζήτημα των ρυθμίσεων στα δάνεια των νοικοκυριών. Η τρόικα εμφανίζεται επιφυλακτική σε κάθε είδους γενική ρύθμιση, θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών, τον περιορισμό της ρευστότητας και την περαιτέρω εξασθένηση της συναλλακτικής ηθικής. Οπως σημειώνουν αναλυτές, μια καθολική ρύθμιση για τη μείωση των υποχρεώσεων των νοικοκυριών θα οδηγούσε σε νέα ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος, δηλαδή η κυβέρνηση και κατ’ επέκταση ο φορολογούμενος θα έπρεπε να καταβάλουν πρόσθετα κεφάλαια για τη σταθεροποίηση των τραπεζών.

Παράλληλα, καμία παρέμβαση στο τραπεζικό σύστημα που μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους συστημικής σταθερότητας δεν μπορεί να γίνει δεκτή χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).

Υπενθυμίζεται ότι οι πρώτες προσπάθειες της πρώην υπουργού Οικονομίας κ. Λούκας Κατσέλη κατέληξαν, μετά τη σχετική διαβούλευση με την ΕΚΤ, σε αποτέλεσμα σημαντικά διαφορετικό απο τις αρχικές επιδιώξεις της υπουργού. Ετσι, ο αρχικός σχεδιασμός της σημερινής κυβέρνησης για μια συνολική ρύθμιση, κεντρικό σημείο της οποίας θα ήταν η μηνιαία δόση να μην ξεπερνά το 30% του εισοδήματος, φαίνεται πως αντιμετωπίζει δυσκολίες στην υλοποίησή του. Με βήμα σημειωτόν προχωρεί και η σχετική διαβούλευση που πραγματοποιείται στην Ελληνική Ενωση Τραπεζών (ΕΕΤ). Σύμφωνα με πληροφορίες οι τράπεζες αδυνατούν να καταλήξουν σε μια ενιαία στάση, καθώς η κάθε μία διατηρεί διαφορετική προσέγγιση στο θέμα.

Η πιο αποτελεσματική και άμεση λύση, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, για όλους όσους αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην αποπληρωμή των υποχρεώσεών τους, είναι η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής. Με τον τρόπο αυτόν και ο δανειολήπτης πετυχαίνει μια άμεση ανακούφιση, καθώς το ύψος της μηνιαίας δόσης μειώνεται αισθητά, αλλά και η τράπεζα αποφεύγει επώδυνες διαγραφές. Οι τράπεζες προσφέρουν σήμερα επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής μέχρι και 45 χρόνια, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις το διάστημα μπορεί να είναι ακόμα μεγαλύτερο. Αυτό σημαίνει ότι ο δανειολήπτης θα «φορτωθεί» το δάνειο για το υπόλοιπο της ζωής του, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις την αποπληρωμή του δανείου θα πρέπει να συνεχίσουν οι… κληρονόμοι.

Επίσης οι τράπεζες προσφέρουν τη δυνατότητα για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα αποπληρωμής μόνο τόκου, μεταθέτοντας την αποπληρωμή κεφαλαίου και μειώνοντας έτσι το ύψος της μηνιαίας δόσης. Υπενθυμίζεται ότι στο τέλος Σεπτεμβρίου το υπόλοιπο των δανείων προς νοικοκυριά είχε διαμορφωθεί στα 107 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 75 δισ. ευρώ είναι στεγαστικά δάνεια, ενώ τα καταναλωτικά δάνεια προσεγγίζουν τα 30 δισ. ευρώ. Επιπλέον στα 110 δισ. ευρώ διαμορφώνεται ο δανεισμός των επιχειρήσεων.

Η όποια ρύθμιση, εκτιμούν τραπεζικά στελέχη, θα επικεντρώνεται σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, υπογραμμίζοντας ότι είναι απίθανο ένα γενικευμένο «κούρεμα» των υποχρεώσεων των νοικοκυριών. Σημειώνεται ότι ένα γενικό «κούρεμα» των υποχρεώσεων π.χ. κατά 20% θα οδηγούσε σε αυτόματη απώλεια κεφαλαίων ύψους 20 δισ. ευρώ για τις τράπεζες, τα οποία θα έπρεπε να αναπληρωθούν άμεσα ώστε να παραμείνουν βιώσιμες.

Είναι βέβαιο ότι το κόστος θα βάρυνε την κυβέρνηση και είναι αμφίβολο αν υπάρχει η παραμικρή δυνατότητα να εξασφαλιστούν από κάπου -πέραν των Ευρωπαίων εταίρων- τα αναγκαία κεφάλαια. Οπως υπογραμμίζεται στο νέο Μνημόνιο η αναθεώρηση του νομικού πλαισίου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά πρέπει να γίνει με τέτοιο τρόπο ώστε να αντιμετωπιστούν πραγματικά προβλήματα εμποδίζοντας παράλληλα την εξασθένηση της φερεγγυότητας των τραπεζών και τον σχηματισμό κουλτούρας αθέτησης υποχρεώσεων. Η αντίληψη ότι όποιος δεν πληρώνει μπορεί να πετύχει καλύτερους όρους ή και διαγραφή του δανείου του θα οδηγούσε σε αργό θάνατο το τραπεζικό σύστημα και κατ’ επέκταση την οικονομία. Ακόμα και αν τα δημοσιονομικά μπουν σε τάξη, αν το τραπεζικό σύστημα και η κατάσταση στην οικονομία δεν σταθεροποιηθούν δεν μπορούν να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για την ανάκαμψη της οικονομίας.

Του Γιάννη Παπαδογιάννη