17102017Headline:

Ν. Νανόπουλος: Βιώσαμε την τέλεια καταιγίδα

Σε δείπνο που παρέθεσε ο όμιλος Eurobank με πελάτες της στη Θεσσαλονίκη, στο ξενοδοχείο  Hyatt Regency, ο Νικόλαος Νανόπουλος, διευθύνων σύμβουλος του Ομίλου, τόνισε ότι η Ελλάδα βίωσε την τέλεια καταιγίδα!

Παραθέτουμε την ομιλία του:

“Βιώνουμε σήμερα ως χώρα και ως κοινωνία, καταστάσεις πρωτοφανείς για τη μεταπολεμική Ελλάδα, και είμαστε αντιμέτωποι με ιστορικές ευθύνες και προκλήσεις που θα κρίνουν το ίδιο το μέλλον της χώρας μας.

Η απεμπλοκή από την κρίση χρέους και η επιστροφή της χώρας σε τροχιά ανάπτυξης επιβάλλει μια τιτάνια προσπάθεια με τρείς κύριους άξονες: Πρώτον, την άμεση δημοσιονομική σταθεροποίηση, που για να είναι βιώσιμη μακροπρόθεσμα θα πρέπει να συνοδευθεί και από τον εκ βάθρων μετασχηματισμό του Δημόσιου τομέα. Δεύτερον, ένα αντιστοίχως σημαντικό πρόγραμμα ευρύτατων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και μετασχηματισμού του παραγωγικού ιστού της χώρας, που θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας και θα την καταστήσει πιο καινοτόμα, παραγωγική και εξωστρεφή. Και τρίτον, μια πολύπλευρη αναπτυξιακή στρατηγική που, όχι μόνο θα περιορίσει το κόστος της προσαρμογής, αντισταθμίζοντας το υφεσιακό βάρος των μέτρων λιτότητας, αλλά κυρίως θα δημιουργήσει μια πραγματική προοπτική για το μέλλον, διευκολύνοντας παράλληλα την αποπληρωμή του χρέους.

Το πρόγραμμα, όμως, τουλάχιστον έτσι όπως μέχρι σήμερα εφαρμόστηκε, ήταν σχεδόν μονοσήμαντα εστιασμένο στις δημοσιονομικές απαιτήσεις μιας ακραίας κρίσης χρέους. Το βάρος δόθηκε στη δημοσιονομική προσαρμογή παραγνωρίζοντας, την εξίσου στρατηγικής σημασίας έμφαση που έπρεπε εκ παραλλήλου να δοθεί, σε σοβαρές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, αλλά και σε πρωτοβουλίες που θα αναδιατάξουν το παραγωγικό μας πρότυπο, θα άρουν τα εμπόδια για την αναπτυξιακή διαδικασία, και θα δώσουν ώθηση στην επανεκκίνηση της οικονομίας. Έτσι ενδεικτικά, τόσο οι δημόσιες επενδύσεις περιορίστηκαν όσο και τα μεγάλα έργα αδρανοποιήθηκαν, αλλά και η ρευστότητα της οικονομίας συρρικνώθηκε, με το κόστος χρήματος να παραμένει πολύ υψηλό.

Επιπλέον, η κινδυνολογία για την έξοδο της χώρας από το ευρώ, απαξίωσε την πρόοδο που αναμφισβήτητα έχει επιτευχθεί, οδηγώντας σε ένα μεγάλο κύμα φυγής καταθέσεων και, αφυδατώνοντας περαιτέρω το τραπεζικό σύστημα από πόρους ρευστότητας. Επιπροσθέτως, το PSI είχε καταλυτικές επιπτώσεις στην κεφαλαιακή επάρκεια και τη ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών, και ασφαλώς επηρέασε έντονα αρνητικά όλο το σύστημα χρηματοδότησης της οικονομίας, επιτείνοντας ακόμα περισσότερο την ύφεση.

Στο πλαίσιο τέλος της ΕΕ, όταν ξέσπασε η κρίση, δεν υπήρχε ένα πλαίσιο θεσμικής θωράκισης, το οποίο θα αποτελούσε το δίχτυ προστασίας για μια χώρα σε συνθήκες δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Ορισμένα από αυτά τα μέτρα θεσμοθετήθηκαν σχετικά εσπευσμένα, όπως η δημιουργία του μηχανισμού EFSF και ESM και το πρόγραμμα αγοράς – υπό προϋποθέσεις – κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ. Άλλα, πάλι, έχουν συμφωνηθεί κατ΄ αρχήν και ήδη τυγχάνουν της απαραίτητης τεχνικής επεξεργασίας. Τέτοια είναι η δημιουργία τραπεζικής ένωσης, που θα καταλήξει στη δημιουργία ενός ενιαίου εποπτικού μηχανισμού για τις τράπεζες της Ευρωζώνης, αλλά θα προβλέπει και την απευθείας ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών μέσω του μόνιμου μηχανισμού ESM.

Σε ένα τέτοιο επιβαρυμένο περιβάλλον, απεδείχθη τελικά αναπόφευκτη η εμβάθυνση της ύφεσης, με την αύξηση του κόστους προσαρμογής, την όξυνση της ανεργίας και την απειλή διάρρηξης της κοινωνικής συνοχής. Όλοι αυτοί οι παράγοντες συνέθεσαν μια εξαιρετικά αρνητική συγκυρία.

Η χώρα βρέθηκε μέσα στην τέλεια καταιγίδα:

Η ψήφιση από την Βουλή των αναγκαίων μέτρων και μεταρρυθμίσεων καθώς και του προϋπολογισμού, σε συνδυασμό με την καταρχάς θετική έκθεση προόδου της τρόικας, καθιστούν εφικτή πλέον την επίτευξη τελικής συμφωνίας με τους εταίρους μας. Αυτή η συμφωνία θα αναφέρεται σε ένα πρόγραμμα που θα είναι τελικά διευρυμένης τετραετούς προσαρμογής, και θα συνδυάζεται με το ξεκλείδωμα των πόρων της δόσης, που ίσως να ξεπερνάει το αρχικά σχεδιαζόμενο ποσό των €31,5 δισ.

Βεβαίως παραμένουν σε εκκρεμότητα δύο σοβαρά αν και γνωστά ζητήματα: πρώτον, η συζήτηση για τη βιωσιμότητα του χρέους, που είναι πολύ σημαντική και χρήζει απαντήσεων που θα προκύψουν από μια δύσκολη διαπραγμάτευση με την ΕΕ και το ΔΝΤ. Δεύτερον, πρέπει να βρεθεί λύση για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού των €33 δισ. περίπου, που δημιουργείται από την επιμήκυνση του προγράμματος, και πάνω σ’ αυτό εργάζονται τώρα οι εταίροι μας. Όταν οριστικοποιηθούν οι αποφάσεις, πιθανότατα την άλλη εβδομάδα, και εκταμιευτεί η δόση, θα καταστεί δυνατή η πληρωμή των υποχρεώσεων του δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, και η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, εξελίξεις που θα ενισχύσουν τη ρευστότητα και θα συμβάλλουν σταδιακά και στη μείωση του κόστους του χρήματος.

Επίσης, θα διευκολυνθεί η επανεκκίνηση των χρηματοδοτικών προγραμμάτων της ΕΤΕπ και των αναπτυξιακών έργων, και κυρίως θα σηματοδοτηθεί η ομαλοποίηση των σχέσεων με τους εταίρους μας και η δυνατότητα της χώρας να ανακτήσει την αξιοπιστία της. Όλα αυτά μπορούν, σε κάποιο βαθμό, να αντισταθμίσουν τις επιβαρυντικές για την ανάπτυξη περικοπές σε μισθούς, συντάξεις και δημόσιες δαπάνες, που πρόσφατα δρομολογήθηκαν.

Το σημείο αυτό επομένως, μπορεί και πρέπει να καταστεί το κρίσιμο σημείο αντιστροφής, που θα σηματοδοτήσει την είσοδό μας σε ένα κύκλο που μπορεί να οδηγήσει σε έξοδο από την κρίση μετά το 2013. Όμως, όπως προαναφέραμε, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η απόλυτη συνέπεια στην εφαρμογή του προγράμματος σε συνδυασμό με μεγάλες διαρθρωτικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις και αποκρατικοποιήσεις, καθώς και με συγκεκριμένα μέτρα τόνωσης και ενίσχυσης της αναπτυξιακής δυναμικής της οικονομίας μας. Εφόσον εφαρμόσουμε χωρίς παρεκκλίσεις τις αποφάσεις που έχουν ληφθεί, δε θα υπάρξει λόγος για υιοθέτηση άλλων μέτρων λιτότητας. Παράλληλα, θα αποκατασταθεί και η αξιοπιστία της χώρας μας, που είναι ο απαραίτητος καταλύτης για κάθε επενδυτική προσπάθεια και αναπτυξιακή πρωτοβουλία. Θα πρέπει επίσης, μέσω της μετατροπής του παραγωγικού μας προτύπου, απελευθερωμένου από τον αντιπαραγωγικό εναγκαλισμό του κράτους, να ενισχυθεί η εξωστρέφεια της οικονομίας και να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον φιλικό προς την ιδιωτική επιχειρηματικότητα, που θα ενθαρρύνει την αναζήτηση ευκαιριών για την ανάπτυξη και την απασχόληση.

Είναι ώρα, χωρίς περαιτέρω ατολμίες και καθυστερήσεις, να σπάσουμε το φαύλο κύκλο της ύφεσης, της εσωστρέφειας και της δυσπραγίας. Είναι ώρα να εστιάσουμε τις προσπάθειες μας στην ανάδειξη των συγκριτικών μας πλεονεκτημάτων και της υγιούς επιχειρηματικότητας, σαν το βασικό μοχλό ανάπτυξης της οικονομίας μας. Είναι ώρα να αξιοποιήσουμε πιο ενεργά το ευρωπαϊκό πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας μας, αλλά και το σταδιακά βελτιούμενο κλίμα που διαμορφώνεται για τη χώρα μας στο εξωτερικό.

Η ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος, είναι σήμερα μια μεγάλη πρόκληση. Χωρίς να προκαταλαμβάνουμε τις εξελίξεις, είναι γεγονός ότι οι όροι της ανακεφαλαιοποίησης δεν φαίνεται να είναι τελικώς τόσο ελκυστικοί ώστε να αποτελέσουν ισχυρό κίνητρο για τη συμμετοχή των ιδιωτών μετόχων. Εντούτοις, η διατήρηση του ιδιωτικού χαρακτήρα του τραπεζικού συστήματος μακροπρόθεσμα δεν μπορεί παρά να παραμένει μια υπέρτατη αρχή κοινής αποδοχής.

Παράλληλα, η διαδικασία ανασυγκρότησης και συγκέντρωσης του συστήματος που έχει ξεκινήσει, θα οδηγήσει στη δημιουργία ισχυρότερων σχημάτων με ευχερέστερη πρόσβαση στις αγορές και εντονότερη περιφερειακή παρουσία. Σε αυτήν τη διαδικασία, η συγχώνευση της Eurobank με την Εθνική αποτελεί το σημαντικότερο εγχείρημα. Όταν ολοκληρωθεί η συγχώνευση, δημιουργείται ένας μεγάλος, με ευρωπαϊκά πλέον δεδομένα, οργανισμός με ενεργητικό €180 δισ., ισχυρός και σταθερός, που μπορεί να πρωταγωνιστήσει στην προσπάθεια ανάταξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Mπορούμε υπό αυτές τις προϋποθέσεις λοιπόν, να αντιμετωπίσουμε τη συγκυρία με περισσότερο θετικό πνεύμα. Είναι έτσι εφικτό, από το 2014, να σταθεροποιηθεί το περιβάλλον και να αντιστρέψουμε την αρνητική δυναμική της ύφεσης και το βαρύ κλίμα αναξιοπιστίας στο οποίο είχαμε μέχρι σήμερα παγιδευτεί.

Κυρίες και κύριοι,

Δεν έχουμε κανένα περιθώριο και κανένα δικαίωμα να μην κεφαλαιοποιήσουμε το ταχύτερο δυνατόν τα θετικά αποτελέσματα της μεγάλης προσπάθειας που έχουμε καταβάλλει. Η βελτίωση των συνθηκών γίνεται εμφανής, και αντανακλάται σε σημαντικούς μακροοικονομικούς δείκτες όπως στο έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών, που μειώνεται θεαματικά. Έτσι, το έλλειμμα του εξωτερικού ισοζυγίου το 2012 θα μειωθεί περίπου στο 4% του ΑΕΠ από 15% το 2009, και εκτιμάται ότι το 2013 θα συρρικνωθεί περαιτέρω. Επίσης, η χώρα έχει ήδη ανακτήσει τα 2/3 των απωλειών ανταγωνιστικότητάς της ως προς τις τιμές από την είσοδο στο ευρώ. Εκτιμάται δε, ότι μέχρι το τέλος του 2013, θα έχει ανακτηθεί σχεδόν το σύνολο της απολεσθείσης ανταγωνιστικότητας.

Επίσης, από το 2009 μέχρι το τέλος του 2012, η μείωση του συνολικού δημοσιονομικού ελλείμματος θα φθάσει τις 8,7 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, που μεταφράζεται σε μια κολοσσιαία προσαρμογή της τάξης των 22,7 δισ. ευρώ.

Το ελληνικό ζήτημα – αλλά και η επίλυσή του – σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να νοηθεί εκτός του πλαισίου της ΕΕ και της ευρωζώνης. Υπό την πίεση των κρίσεων, η Ευρώπη εξελίσσεται θεσμικά και πολιτικά, επιλύοντας αργά αλλά σταθερά τα μεγάλα διαρθρωτικά της προβλήματα. Απομακρύνεται επίσης από την εμμονή στη λογική της μονομερούς λιτότητας και ανοίγει τη μεγάλη συζήτηση για την ανάπτυξη. Τα βήματα που γίνονται, οι νέες τάσεις που διαμορφώνονται, η συζήτηση που διευρύνεται, είναι όλα προς τη σωστή κατεύθυνση και αμβλύνουν τους κινδύνους και τη δυσπιστία των αγορών.

Τα οφέλη που προκύπτουν από τη διαδικασία που περιέγραψα αναλογούν και στη χώρα μας η οποία τα διεκδικεί, παραμένοντας αξιόπιστος εταίρος στο τραπέζι του διαλόγου. Και αυτή η συνολικά θετική εξέλιξη έχει γίνει όχι μόνον κατανοητή, αλλά το κυριότερο αποδεκτή από την ελληνική κοινωνία.

Θα ήθελα κλείνοντας να απαριθμήσω δυο τρία ακόμα ενθαρρυντικά σημάδια αποκατάστασης της εμπιστοσύνης στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Οι εγχώριες καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα έχουν αρχίσει – έστω και με αργούς ρυθμούς – να επανέρχονται, ενώ για τα νέα ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου έχει αρχίσει να παρουσιάζεται επενδυτικό ενδιαφέρον. Ξένοι πολυεθνικοί όμιλοι όπως η Unilever ανακοινώνουν ότι προχωρούν στη διεύρυνση της εγχώριας παραγωγής τους, και ξένοι παράγοντες, είτε επενδύουν στην ελληνική οικονομία, είτε αναρωτιούνται αν έφθασε η κατάλληλη στιγμή να πραγματοποιήσουν την πρώτη τους επένδυση.

Και αν οι ξένοι αρχίζουν να μας βλέπουν λίγο πιο θετικά, τότε υπάρχει μια πραγματική δυνατότητα να αθροίσουμε και τις δικές μας δυνάμεις, ώστε να πυροδοτήσουμε την έναρξη ενός ενάρετου κύκλου εμπιστοσύνης, επενδύσεων, δημιουργίας θέσεων εργασίας που θα επαναφέρουν τη χώρα σε τροχιά σταθερής, και βιώσιμης ανάπτυξης. Άλλωστε η Eurobank έχει πρώτη, εδώ και καιρό, μιλήσει για την ανάγκη ενός νέου προτύπου ανάπτυξης και πρόσφατα, παρά το βαρύ κλίμα εκείνων των ημερών, ανακοίνωσε μια σειρά πρωτοβουλιών με σύνθημα «Με τις επιχειρήσεις για την ανάπτυξη». Απευθυνθήκαμε και απευθυνόμαστε στον υγιή επιχειρηματικό τομέα, που μπορεί και πρέπει να υποστηριχτεί και να τεθεί στην αιχμή της εθνικής αναπτυξιακής προσπάθειας, στην οποία όλοι οφείλουμε να συστρατευτούμε.”