18082017Headline:

Οι Ελβετοί παίζουν με τον… πόνο της Αθήνας

Ανθρακες κινδυνεύει να αποδειχθεί ο θησαυρός που ευελπιστεί να ανακαλύψει το υπουργείο Οικονομικών στις καταθέσεις των Ελλήνων στην Ελβετία. Οι καθυστερήσεις στην υπογραφή σχετικής συμφωνίας ανάμεσα στις δύο χώρες αλλά και η υφή της ίδιας της συμφωνίας που περιορίζει τις δυνατότητες της ελληνικής πλευράς δεν αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας για άμεσα έσοδα στα κρατικά ταμεία από τη φορολόγηση μαύρου χρήματος που έχει βρει καταφύγιο σε τραπεζικούς λογαριασμούς στην Ελβετία.
Ενδεικτικό της ταχύτητας με την οποία κινούνται τα πράγματα είναι το γεγονός ότι οι συμφωνίες που έχουν υπογραφεί με τη Βρετανία και την  Αυστρία, τον Οκτώβριο του 2011 η πρώτη και τον περασμένο Απρίλιο η δεύτερη, πρόκειται να τεθούν σε ισχύ τον προσεχή Ιανουάριο, ενώ προβλέπεται και διάστημα πέντε μηνών για τους μόνιμους κατοίκους των δύο χωρών με τραπεζικούς λογαριασμούς στην Ελβετία για να επιλέξουν τι θα πράξουν: αν θα πληρώσουν φόρο τον οποίο θα εισπράξει η Ελβετία και θα αποδώσει στη δικαιούχο χώρα, αν θα δηλώσει τα χρήματά του στις Αρχές της χώρας του ή αν θα τα πάρει και θα φύγει από την Ελβετία. Αυτές είναι οι βασικές αρχές της συμφωνίας που προσφέρουν οι Ελβετοί σε κάθε χώρα.
Στην Ελβετία καταλήγουν τα μισά χρήματα των Ευρωπαίων που τα στέλνουν σε φορολογικούς παραδείσους. Αυτά υπολογίζονται σε περίπου 1 τρισ. δολάρια. Από αυτά οι καταθέσεις των Ελλήνων μπορεί να αντιπροσωπεύουν, σύμφωνα με ορισμένες τραπεζικές πηγές, το 2%-5%, δηλαδή 20-50 δισ. δολάρια
Για τους Ελβετούς δεν τίθεται θέμα κατάργησης του τραπεζικού απορρήτου. «Ο ελβετικός λαός δεν θα το δεχθεί» ανέφεραν χαρακτηριστικά σε αποστολή ελλήνων δημοσιογράφων την περασμένη εβδομάδα, τόσο κυβερνητικοί αξιωματούχοι όσο και πολιτικοί, επισημαίνοντας τη δυνατότητα των Ελβετών να προσφύγουν σε δημοψήφισμα. Οπως εξηγούν, «κάθε νόμος μπορεί να τεθεί στην κρίση του λαού αν 100 ημέρες μετά την ψήφισή του συγκεντρωθούν 50.000 υπογραφές από τους πολίτες». Το ίδιο ισχύει και για τις συμφωνίες για τη φορολόγηση των καταθέσεων που υπογράφει με διάφορες χώρες.
Ως εκ τούτου, από τη στιγμή που Ελλάδα και Ελβετία καταλήξουν σε συμφωνία, αυτή θα πρέπει, αφού ψηφιστεί από τα δύο ελβετικά κοινοβούλια (Ανω και Κάτω Βουλή), τα οποία συνέρχονται τρεις φορές τον χρόνο για κάποιο χρονικό διάστημα τη φορά, να μεσολαβήσει διάστημα 100 ημερών μήπως συγκεντρωθούν υπογραφές για δημοψήφισμα και στη συνέχεια να τεθεί σε ισχύ.
Για την Ελλάδα όμως μπορεί να ισχύει ακόμη ένας λόγος που η επίτευξη συμφωνίας στην παρούσα φάση δεν είναι δυνατή. Οπως επεσήμανε στους έλληνες δημοσιογράφους ο βουλευτής και πρώην αρχηγός του Κόμματος των Φιλελευθέρων Φούλβιο Πέλι, «μια συμφωνία με την Ελλάδα στην παρούσα συγκυρία μπορεί να θεωρηθεί ότι την κάνουμε για να βοηθήσουμε και ως εκ τούτου να θεωρηθεί ευνοϊκή προς την Ελλάδα». Σε κάθε περίπτωση, από την εφαρμογή των συμφωνιών που έχει υπογράψει η Ελβετία με Αυστρία και Βρετανία δεν αναμένονται αποτελέσματα πριν από το πρώτο εξάμηνο του 2013, δηλαδή σχεδόν ενάμιση χρόνο μετά την υπογραφή τους. Πάντως οι συμφωνίες ξεκίνησαν με τη Γερμανία, αλλά ακόμη οι δύο χώρες δεν έχουν καταλήξει, αφού η Ανω Βουλή της Γερμανίας δεν ενέκρινε τη συμφωνία. «Βρισκόμαστε στην παράταση. Σύντομα θα καταλήξουμε» λένε οι αξιωματούχοι της Γραμματείας Διεθνών Χρηματοοικονομικών Ζητημάτων που ίδρυσαν οι Ελβετοί το 2010.
Η ίδρυση της ειδικής γραμματείας, η οποία απασχολεί σήμερα 70 άτομα και ασχολείται με τα ζητήματα φορολογίας, είναι ενδεικτική της σημασίας που δίνουν οι Ελβετοί στο θέμα. «Οι χώρες παγκοσμίως στο πλαίσιο των πολιτικών λιτότητας και εξυγίανσης των δημοσιονομικών τους που εφαρμόζουν αναζητούν νέες πηγές φορολογικών εσόδων και εντείνουν την πίεση στην Ελβετία» αναγνωρίζουν οι Ελβετοί, οι οποίοι όμως σημειώνουν ότι «η Ελβετία δεν είναι το μοναδικό κέντρο, αλλά το πιο γνωστό».
«Δεν μπορεί εμείς να εγκαταλείψουμε το απόρρητο και για παράδειγμα το διπλανό Λιχτενστάιν να το διατηρεί. Αν το κάνουμε όλοι μαζί, τότε να το αποδεχθούμε» αναφέρουν. Το Λιχτενστάιν τα τελευταία χρόνια έχει αναδειχθεί σκληρός ανταγωνιστής. «Βρετανικές εταιρείες μέσω του Λιχτενστάιν προσφέρουν ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες» αναφέρει ελβετός τραπεζίτης.
Η φορολόγηση των καταθέσεων του παρελθόντος αποτελεί το μεγαλύτερο «αγκάθι» στις συμφωνίες. Γίνεται με βάση μια φόρμουλα η οποία μπορεί να διαφέρει από συμφωνία σε συμφωνία, καθώς λαμβάνει υπόψη το τι ισχύει σε κάθε χώρα. Για παράδειγμα, όπως εξηγούν οι Ελβετοί, «διαφορετικός είναι ο χρόνος παραγραφής ενός φορολογικού αδικήματος από χώρα σε χώρα, όπως διαφορετικοί είναι και οι φορολογικοί συντελεστές».
Στις συμφωνίες που προτείνουν προβλέπουν ότι οι ελβετικές αρχές θα εξετάσουν τους λογαριασμούς σε βάθος χρόνου, θα υπολογίσουν τα ποσά και αν ο καταθέτης δεν μπορεί να αποδείξει ότι τα δήλωσε στις φορολογικές αρχές της χώρας του, θα επιβάλλουν φόρο με συντελεστή που θα έχει συμφωνηθεί ανάμεσα στις δύο χώρες. Μετά θα εισπράττουν τον φόρο, θα τον αποδίδουν στη χώρα και τα χρήματα στον λογαριασμό θα θεωρούνται «λευκά» και όχι «μαύρα».
Δεν θα δίνουν καμία άλλη πληροφορία, παρά μόνο κατόπιν συγκεκριμένου αιτήματος των αρμόδιων δικαστικών αρχών. Θεωρούν μάλιστα ότι για να αποδώσει φορολογικά έσοδα η διαδικασία αυτή ο συντελεστής φορολόγησης δεν θα πρέπει να είναι υψηλός, γιατί τότε τα περισσότερα χρήματα θα φύγουν και θα πάνε σε άλλους φορολογικούς παραδείσους.

Η πολιτική του «λευκού χρήματος»
Θέλουν να «ξεπλύνουν» το όνομά τους
Στόχος της συμφωνίας που προτείνουν οι Ελβετοί στην ουσία είναι να «ξεπλύνουν» το όνομά τους. Οπως λένε, στο κέντρο της στρατηγικής τους είναι να επιλύσουν τις φορολογικές εκκρεμότητες του παρελθόντος και να βάλουν ένα τέλος. Για το μέλλον θεωρούν ότι η πολιτική του «λευκού χρήματος», όπως την ονομάζουν, η οποία θα ελέγχει και θα κάνει δεκτά σε τραπεζικούς λογαριασμούς χρήματα που δεν είναι προϊόν φοροδιαφυγής, θα δώσει λύση. «Χωρίς αμφιβολία οι διαδικασίες είναι σήμερα πιο αυστηρές από το παρελθόν, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν τρύπες» αναφέρουν πηγές που δραστηριοποιούνται στον ελβετικό χρηματοπιστωτικό χώρο.
Βεβαίως ανά πάσα στιγμή που ξένες φορολογικές αρχές ζητήσουν στοιχεία για συγκεκριμένους καταθέτες η Ελβετία υποχρεούται να απαντήσει και να ελέγξει το σύστημα. «Το αίτημα πρέπει να είναι συγκεκριμένο και να γίνει από δικαστική αρχή» αναφέρουν ελβετοί αξιωματούχοι.
Οπως εξηγούν, δεν μπορεί κάποιος να πει «δώστε μου στοιχεία αν ο τάδε έχει λογαριασμό σε κάποια ελβετική τράπεζα». «Δεν υπάρχει κεντρική αρχή που να μπορεί να ελέγξει όλους τους λογαριασμούς των τραπεζών» υποστηρίζουν, αλλά οι ίδιοι σημειώνουν ότι «σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως π.χ. ο έλεγχος κινήσεως λογαριασμών που υποψιάζονται ότι συνδέονται με τρομοκρατικές οργανώσεις, γίνεται».
Σε κάθε περίπτωση το αίτημα από άλλες χώρες πρέπει να είναι συγκεκριμένο, δηλαδή ότι υπάρχουν υπόνοιες ότι ο τάδε λογαριασμός στην τάδε τράπεζα είναι συμφερόντων ή συνδέεται με συγκεκριμένο πρόσωπο ή πρόσωπα. Μάλιστα προτιμούν το αίτημα να είναι ομαδοποιημένο.
Η εφαρμογή της πολιτικής του «λευκού χρήματος» φέρνει ανακατατάξεις στο τραπεζικό σύστημα της Ελβετίας. «Αυτή τη στιγμή πωλούνται περί τις 40 τράπεζες private banking, δηλαδή τράπεζες-“μπουτίκ” με ενεργητικό από 1 ως 5 δισ. ευρώ».
Οι private banks είναι τράπεζες που ανήκουν σε συνεταίρους, οι οποίοι φέρουν όλη την ευθύνη. Δηλαδή αν η τράπεζα χρεοκοπήσει χρεοκοπούν και οι ίδιοι οι τραπεζίτες. Πολλές από αυτές εκτιμάται ότι εξυπηρετούν το μαύρο χρήμα λειτουργώντας ως πλυντήριο. Με την αυστηρότερη νομοθεσία όμως πολλοί θέλουν να βγάλουν από πάνω τους την ευθύνη και άλλοι να απαλλάξουν την τράπεζα από τη φήμη της. Αλλάζοντας χέρια μπορεί να αλλάξει και εταιρική μορφή, ώστε να μειώσει την ευθύνη της.