23102017Headline:

Πάει πίσω η δόση λόγω… διαφωνιών

Οι διαφωνίες των δανειστών σκιάζουν την επόμενη ημέρα για την Ελλάδα!

Την ώρα που στην Αθήνα η κυβέρνηση έδωσε τη μάχη για να περάσει από τη Βουλή το νέο πακέτο μέτρων που οι ίδιοι οι εταίροι μας έχουν χαρακτηρίσει ως προαπαιτούμενο για τη συνέχιση της στήριξης προς τη χώρα μας και με μια νέα κρίσιμη ψηφοφορία, για τον Προϋπολογισμό, να έρχεται σε ελάχιστα 24ωρα, οι Ευρωπαίοι εμφανίζονται κάθε άλλο παρά βέβαιοι για την λήψη οριστικής απόφασης για την «ελληνική υπόθεση» και το χειρότερο διόλου θετικοί στο να εκταμιευτεί άμεσα η δόση των 31,5 δισ. ευρώ, μια δόση αναγκαία και κρίσιμη για την ελληνική οικονομία.

Την μη λήψη απόφασης στο επερχόμενο Eurogroup είχε ουσιαστικά προαναγγείλει ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δηλώνοντας ότι είναι πολύ νωρίς να ληφθεί απόφαση για την Ελλάδα την επόμενη εβδομάδα.

«Δεν έχουμε περάσει ακόμα τον κάβο με την Ελλάδα», ήταν η ακριβής δήλωση του χερ Σόιμπλε σε οικονομικό φόρουμ στο Αμβούργο, όπου και σημείωσε πως … «η ισχνή παγκόσμια οικονομία ‘πνίγει’ την δυνατότητα επίλυσης της κρίσης της ευρωζώνης».

Τους αρχικούς «φόβους» που δημιούργησε η δήλωση Σόιμπλε ήρθε να επιβεβαιώσει, λίγες ώρες αργότερα, ανώτερος Ευρωπαίος αξιωματούχος, ο οποίος ανέφερε στο πρακτορείο Bloomberg πως «το Eurogroup της 12ης Νοεμβρίου δεν θα λάβει απόφαση για την εκταμίευση της δόσης των 31,5 δισ. ευρώ», ενώ συμπλήρωσε πως αν υπάρχει κάποια πιθανή ημερομηνία για την λήψη της περιβόητης έγκρισης αυτή είναι η 26 Νοεμβρίου.

Αιτιολογώντας δε την καθυστέρηση στα αρχικώς προγραμματισμένα επικαλέστηκε την… Τρόικα, λέγοντας πως δεν είναι ακόμα πλήρης η έκθεσή της για την ελληνική οικονομία και δεν μπορούν χωρίς αυτή να αποφασίσουν οι υπουργοί Οικονομικών την εκταμίευση της δόσης.

Την ίδια ώρα, ένας άλλος Ευρωπαίος αξιωματούχος δήλωνε στο Reuters ότι το πραγματικό πρόβλημα είναι το ότι υπάρχουν ακόμα «έντονες διαφωνίες ανάμεσα στο ΔΝΤ και την Τρόικα σχετικά με την χρηματοδότηση της Ελλάδας».

Για την ακρίβεια το πρόβλημα έγκειται στο ότι το ΔΝΤ εκτιμά εντελώς διαφορετικά σε σχέση με τις Βρυξέλλες και την ΕΕ τις ανάγκες χρηματοδότησης της χώρας μας, ιδίως με βάση μια επιμήκυνση του προγράμματος κατά δύο έτη, με τη διαφορά στις «εκτιμήσεις» να αγγίζει το 20% (ως ποσοστό του χρέους) και τα 40 δισεκατομμύρια ευρώ σε απόλυτους αριθμούς.

Στην ουσία το πρόβλημα έγκειται στο ότι το ΔΝΤ πιέζει για ένα νέο «κούρεμα» του ελληνικού χρέους, καθώς «βλέπει» πως ακόμα και μετά το τρίτο πακέτο διάσωσης της Ελλάδας το χρέος δεν θα είναι βιώσιμο ως το 2020. Το «κούρεμα» που ζητά τώρα το ΔΝΤ αφορά στα χρεόγραφα που κατέχει ο κρατικός τομέας και η ΕΚΤ, εξ’ ου και συναντά τις έντονες αντιδράσεις του Βερολίνου και των χωρών-δορυφόρων της Γερμανίας…

Ανάλογες δημοσιεύσεις για τη διαφωνία μεταξύ ΔΝΤ και Βρυξελλών αναφορικά με την ελληνική οικονομία και τους τρόπους που μπορεί να στηριχθεί φιλοξενούν τις τελευταίες ώρες πολλά διεθνή ΜΜΕ. Και τα περισσότερα, όπως αυτό του Economist, φιλοξενούν παράλληλα αναλύσεις που οδηγούν στο συμπέρασμα πως ένα νέο «κούρεμα» μοιάζει πια ως μονόδρομος.

Ταυτόχρονα εντός Γερμανίας δεν λείπουν και οι φωνές εκείνων που «πιέζουν» για πιο σκληρή στάση τη γερμανική κυβέρνηση. Όπως αυτή του επικεφαλής του τμήματος διαχείρισης κινδύνων της γερμανικής τράπεζας Commerzbank, Στέφαν Σμίτμαν, ο οποίος επέλεξε την επομένη της έγκρισης από την ελληνική Βουλή του νέου επώδυνου πακέτου μέτρων, να δημοσιοποιήσει τις αμφιβολίες του για το κατά πόσον η Ελλάδα μπορεί να παραμείνει στο ευρώ. Δηλώνοντας παράλληλα ότι απεύχεται και «δεν προβλέπει» διάσπαση της Ευρωζώνης!

Υπό αυτό το πρίσμα και μπροστά το αδιέξοδο, ένα από τα σενάρια που φέρεται να συζητά η Ευρώπη είναι και η μείωση του επιτοκίου στο δάνειο που έλαβε η Ελλάδα με το πρώτο πακέτο διάσωσης στο 0,8% πάνω από το Euribor από το +1,5% που βρίσκεται τώρα.

Αυτό τουλάχιστον μετέδωσε το Dow Jones Newswires, επικαλούμενο ανώτερους αξιωματούχους της Ευρωζώνης.

Όπως αναφέρει το δημοσίευμα, υπό εξέταση είναι επίσης ο διπλασιασμός της περιόδου αποπληρωμής έως τα 30 χρόνια ώστε να τεθεί υπό έλεγχο το χρέος.

Η μείωση του επιτοκίου αφορά στα 53 δισ. ευρώ που έχει ήδη λάβει η Ελλάδα από το πρώτο πακέτο διάσωσης το 2010. Εάν το μέτρο υιοθετηθεί η Αθήνα θα εξοικονομήσει περίπου 370 εκατ. ευρώ σε τόκους ετησίως.