23102017Headline:

Τράπεζες: Στα 26,5 δισ. ευρώ οι ζημιές από επαναγορά και PSI

Με την επιτυχή ολοκλήρωση της Δημόσιας Προσφοράς για την επαναγορά των ομολόγων, ανοίγει πλέον ο δρόμος για την άμεση εκταμίευση της δόσης των €44 δισ. ευρώ.  Οι ελληνικές τράπεζες συμμετείχαν στο πρόγραμμα της επαναγοράς με το 100% του χαρτοφυλακίου τους, συμβάλλοντας καθοριστικά στην επιτυχία του εγχειρήματος – που αποτελούσε προϋπόθεση για την εκταμίευση των παραπάνω ποσών – όπως άλλωστε συνέβη και κατά το PSI+.

Σημειώνεται ότι από το 2010 και μετά, οι ελληνικές τράπεζες έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην αντιμετώπιση της κρίσης χρέους του Δημοσίου, καθώς πέρα από την καθοριστική συμμετοχή τους το PSI+ και στο πρόγραμμα επαναγοράς, παρείχαν τις απαραίτητες εγγυήσεις στη Δημοκρατία της Φιλανδίας στο πλαίσιο του δεύτερου προγράμματος και απορρόφησαν πλήρως όλες τις εκδόσεις των εντόκων γραμματίων, που σήμερα κυμαίνονται στο €18 δισ. περίπου, καθώς το ενδιαφέρον από άλλους επενδυτές ήταν μηδενικό και η έλλειψη ρευστότητας έθετε σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία του δημόσιου τομέα και της οικονομίας συνολικά.

Με την ολοκλήρωση της επαναγοράς και την ρευστοποίηση όλων των ομολόγων των τραπεζών, αποκρυσταλλώθηκε και η σωρρευτική  ζημιά λόγω του PSI+ και της επαναγοράς. Το συνολικό πραγματικό – όχι πλέον λογιστικό – ‘κούρεμα’ ανέρχεται στο 74,3% της αρχικής ονομαστικής αξίας των κρατικών ομολόγων που συμμετείχαν στο PSI+.

Οι τέσσερις τράπεζες (Εθνική, Alpha Bank, Eurobank και Τράπεζα Πειραιώς) συμμετείχαν στο PSI+ με συνολικό ποσό ομολόγων 35,7 δισ. ευρώ, το οποίο ως ποσοστό του ενεργητικού τους, όπως αυτός δημοσιεύτηκε για το έτος 2011, κυμαινόταν από 9,5% (Eurobank) έως 15,6% (Πειραιώς). Ως μέσο ποσοστό επί του ενεργητικού τους, τα κρατικά ομόλογα που κατείχαν οι παραπάνω τράπεζες δεν διέφεραν σημαντικά από τα αντίστοιχα ποσοστά των ιταλικών ή ισπανικών τραπεζών για το χρέος των χωρών τους.

Οι ζημίες των τεσσάρων τραπεζών, λόγω της συμμετοχής τους στο PSI+ και στην επαναγορά, είναι 26,5 δισ. ευρώ (προ-φόρων), με την Alpha Bank να εμφανίζει τη μικρότερη (4,4 δισ. ευρώ) και την Εθνική Τράπεζα τη μεγαλύτερη (11 δισ. ευρώ). Το σύνολο αυτών των απωλειών αποτελεί, ταυτόχρονα, όφελος για το δημόσιο, λόγω της συνεπαγόμενης ισόποσης μείωσης του δημοσίου χρέους καθώς και της σημαντικής ελάφρυνσης για μελλοντικές πληρωμές τόκων. Λόγω των τεράστιων ζημιών από τα κρατικά ομόλογα, οι μέτοχοι των τραπεζών – μεταξύ αυτών περί τους 500.000 ιδιώτες μικροεπενδυτές και τα ασφαλιστικά ταμεία – απώλεσαν, από το 2007 έως σήμερα, άνω του 95% των επενδύσεών τους σε τραπεζικές μετοχές. Για τα ασφαλιστικά ταμεία ιδιαίτερα, η ζημία αυτή είναι επιπλέον εκείνης που υπέστησαν από τη συμμετοχή τους στο PSI+.

Υπενθυμίζεται ότι οι συνολικές κεφαλαιακές ανάγκες των παραπάνω Τραπεζών εκτιμώνται σήμερα στα 27 δισ. ευρώ, ωστόσο δεν αποκλείεται το ποσό αυτό τελικά να κινηθεί σε σχετικά υψηλότερα επίπεδα, λόγω της βαθύτερης ύφεσης της οικονομίας. Ωστόσο, χωρίς την επίπτωση του PSI+ και της επαναγοράς των ομολόγων, οι ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των τεσσάρων Τραπεζών θα ήταν σημαντικά μικρότερες, παρά τη βαθειά πολυετή ύφεση, λόγω του σημαντικού ύψους των προβλέψεων που οι Τράπεζες έχουν ήδη αναλάβει έναντι επισφαλών δανείων.

Συμπερασματικά, οι τέσσερις μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας παρείχαν πλήρη στήριξη στο Δημόσιο στη διάρκεια της κρίσης χρέους, συμμετέχοντας πλήρως στο PSI+, στην επαναγορά των ομολόγων, στη χρηματοδότηση του προγράμματος των εντόκων γραμματίων, και παρέχοντας εγγυήσεις προς τη Φιλανδία, ενώ το ποσό της ανακεφαλοποίησης που καλείται σήμερα το Δημόσιο να καταβάλει για αυτές, σχεδόν μηδενίζοντας την αξία της συμμετοχής των παλαιών μετόχων, οφείλεται σε μέγιστο βαθμό στο σωρευτικό ‘κούρεμα’ των ΟΕΔ κατά το PSI+ και το πρόγραμμα επαναγοράς.

Πηγή:www.capital.gr