16082017Headline:

110.000 δανειολήπτες καλύπτει η αρχική ρύθμιση

Την περασμένη Δευτέρα παράγοντες του υπουργείου Ανάπτυξης σε τηλεδιάσκεψη που είχαν με στελέχη της τρόικας για να συζητήσουν διάφορες νομικές εκκρεμότητες του νομοσχεδίου για τη ρύθμιση των ενήμερων δανειοληπτών αποκόμισαν την εντύπωση ότι οι συζητήσεις τις οποίες θα έχουν εντός των προσεχών ημερών κατ’ αρχήν θα είναι σε θετικό κλίμα. Φαίνεται όμως ότι τα στελέχη της τρόικας έχουν αρχίσει και αντιλαμβάνονται πλέον πως όχι μόνο η αναγκαιότητα των ρυθμίσεων είναι επείγουσα αλλά και ότι οι ρυθμίσεις πρέπει να διευρυνθούν και να καλύψουν ακόμη μεγαλύτερο αριθμό δανειοληπτών. Και τούτο διότι διαπιστώνεται πως σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος αυξάνεται με υψηλούς ρυθμούς ο αριθμός των «κόκκινων» δανείων. Και πρέπει να προλάβουν.Βεβαίως, για να γίνει αυτό, σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες του «Βήματος», οι ρυθμίσεις θα πρέπει να είναι λιγότερο «γενναιόδωρες» απ’ ό,τι προβλέπει το παρόν σχέδιο. «Δεν είναι κακή ιδέα» λένε πηγές του υπουργείου Ανάπτυξης, «αν για να καλυφθούν περισσότεροι δανειολήπτες χρειαστεί να αυξηθεί ελαφρώς το επιτόκιο των τεσσάρων χρόνων της περιόδου χάριτος».

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι προβλεπόμενες ρυθμίσεις του υπουργείου υπολογίζεται ότι αφορούν περί τους 110.000 κατόχους ενήμερων ενυπόθηκων δανείων. Και προβλέπεται στην τετραετή περίοδο χάριτος να καταβάλουν μόνο τους τόκους ύψους 1,5%.
Η ένσταση της τρόικας στην προκειμένη περίπτωση είναι πως θα περιοριστούν σημαντικά τα έσοδα των τραπεζών, δεδομένου ότι θα είναι μικρότερες οι μηνιαίες δόσεις και ως εκ τούτου τα έσοδα των τραπεζών από αυτή την κατηγορία των δανείων πολύ περιορισμένα. Μάλιστα οι τραπεζικές εκτιμήσεις που ανεπισήμως γνωστοποιήθηκαν στην τρόικα στη διάρκεια των τελευταίων συζητήσεων έκαναν λόγο για απώλειες ύψους των 2 δισ. ευρώ.
Επίσης μεταξύ των ενστάσεων της τρόικας ήταν το χαμηλό επιτόκιο. Εχει υπολογιστεί ότι το μέσο επιτόκιο των ενυπόθηκων δανείων στην Ελλάδα ανέρχεται σε 3,5%. Και έλεγαν ότι οι τράπεζες για δύο χρόνια θα χάνουν δύο ποσοστιαίες μονάδες. Αλλά από τη μελέτη των στοιχείων της Τράπεζας της Ελλάδος και τη δυναμική προβολή τους με βάση την κατάσταση στην οικονομία, τα στελέχη της τρόικας αντελήφθησαν ότι η όλο και μεγαλύτερη αύξηση του αριθμού – μήνα με τον μήνα – των «κόκκινων» δανείων επιβάλλει την προληπτική λήψη μέτρων. Και μάλιστα διατύπωσαν τη σκέψη «μήπως πρέπει να διευρυνθεί ο αριθμός των ενήμερων δανειοληπτών» αλλά φυσικά με την προϋπόθεση να αυξηθεί το ύψος του επιτοκίου, π.χ. το 1,5% να γίνει 2%. Κάτι το οποίο κατ’ αρχήν συζητεί το υπουργείο Ανάπτυξης.
Υπενθυμίζεται ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις αφορούν μισθωτούς και συνταξιούχους του ιδιωτικού και δημοσίου τομέα, αλλά, όπως επισημαίνουν αρμόδιες πηγές, «και όσους έχουν τεκμαιρόμενη σχέση εξαρτημένης εργασίας (η δραστηριότητά τους παρέχεται αποκλειστικά σε ένα νομικό πρόσωπο)», υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι έχουν υποστεί μείωση των εισοδημάτων τους περισσότερο από 35% από 1ης Ιανουαρίου 2010. Επίσης αφορά τους ανέργους, τους πάσχοντες από βαριά ασθένεια ή/και μόνιμη αναπηρία και τους πολυτέκνους.
Στις ρυθμίσεις υπάγονται όλα τα ενυπόθηκα δάνεια που αφορούν την κύρια κατοικία του δανειολήπτη με αντικειμενική αξία ως 180.000 ευρώ και 200.000 ευρώ για πολυτέκνους. Και παρέχεται περίοδος χάριτος τεσσάρων ετών, με τακτική επανεξέταση των δικαιολογητικών, κατά τη διάρκεια της οποίας ο δανειολήπτης καταβάλλει μόνο τόκους.
Αν το ποσό των τόκων υπερβαίνει το 30% του φορολογητέου εισοδήματος, η μηνιαία καταβολή περιορίζεται στο ύψος αυτό. Σε περίπτωση μηδενικών εισοδημάτων, προβλέπεται η δυνατότητα μηδενικών καταβολών.
Η συμβατική διάρκεια του δανείου παρατείνεται ισόχρονα με την περίοδο χάριτος και η εξόφλησή του μετά το πέρας αυτής συνεχίζεται με τους όρους της αρχικής σύμβασης.