Ανάπτυξη 0,7% και θετικές προοπτικές για το 2015 προβλέπει η ΤτΕ

Ανάπτυξη 0,7% του ΑΕΠ φέτος, έναντι προηγούμενης εκτίμησης για 0,5%, προβλέπει η Τράπεζα της Ελλάδος στην Ενδιάμεση Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής. Για το 2015 προβλέπει ανάπτυξη 2,5%.

Ωστόσο ο διοικητής της ΤτΕ, Γιάννης Στουρνάρας, στην έκθεση που παρέδωσε στη Βουλή, τονίζει ότι για να επανέλθει η ελληνική οικονομία σε σταθερή αναπτυξιακή τροχιά απαιτείται συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής και των μεταρρυθμίσεων και μείωση της αβεβαιότητας για την περίοδο μετά τη λήξη του τρέχοντος οικονομικού προγράμματος, προσθέτοντας πως «κάτι τέτοιο είναι εφικτό μόνο σε περιβάλλον συνεννόησης και συνεργασίας των πολιτικών φορέων, ώστε να εξασφαλίζεται η συνέχεια».

Σε ότι αφορά τις τράπεζες, ο κ. Στουρνάρας στο σημείωμα του στην έκθεση αναφέρει ότι η ανάκαμψη αντανακλάται και στα μεγέθη των εμπορικών τραπεζών, μιλά για αύξηση της καταθετικής βάσης, ισχυρή κεφαλαιακή βάση και επανάκτηση εκ μέρους των ελληνικών τραπεζών πρόσβασης στη διατραπεζική αγορά και στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου.

Ωστόσο, σε ομιλία του χθες (Δευτέρα) και δεδομένων των ραγδαίων πολιτικών εξελίξεων των τελευταίων ημερών ο κ. Στουρνάρας περιέγραψε μια πολύ δραματική εικόνα, επισημαίνοντας ότι οι διεθνείς αγορές αρχίζουν και πάλι να κλείνουν για την Ελλάδα και ότι η ρευστότητα μειώνεται με ταχείς ρυθμούς. Μάλιστα η έκκλησή του στους βουλευτές να ψηφίσουν για Πρόεδρο της Δημοκρατίας, προειδοποιώντας για κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης στην οικονομία, προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων από την Αντιπολίτευση.

Σε ότι αφορά τη μετά μνημόνιο εποχή ο κ. Στουρνάρας επισημαίνει στην Ενδιάμεση Έκθεση ότι είναι αναγκαία για την Ελλάδα η ύπαρξη προληπτικής γραμμής πίστωσης από την ΕΕ.

«Όπως έδειξε και η πρόσφατη αναταραχή των αγορών κεφαλαίων, που οδήγησε σε κατακόρυφη άνοδο της απόδοσης του δεκαετούς ομολόγου του Ελληνικού Δημοσίου σε επίπεδα άνω του 9%, η χώρα μας ακόμη χρειάζεται υποστήριξη από ένα αξιόπιστο πρόγραμμα προληπτικής χρηματοδότησης από τους Ευρωπαίους εταίρους. Κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο έως ότου διασφαλιστεί η διατηρήσιμη χρηματοδότηση των δανειακών αναγκών της από τις διεθνείς αγορές» τονίζει η ΤτΕ και συνεχίζει:

«Στο πλαίσιο αυτό, η σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και συνεργασίας με τους εταίρους μας αποκτά πρωτεύουσα σημασία. Η σχέση αυτή θα ενισχυθεί ακόμη περισσότερο με την υλοποίηση της δέσμευσης του Eurogroup της 27ης Νοεμβρίου 2012 για ελάφρυνση του ελληνικού δημόσιου χρέους.»

» H άμεση εξάλειψη της αβεβαιότητας στο εσωτερικό της χώρας και η δέσμευση στην προώθηση των μεταρρυθμίσεων είναι αναγκαίες προϋποθέσεις για την ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης και της απασχόλησης και την οριστική έξοδο της χώρας από την κρίση».

Με βάση τα μέχρι σήμερα δεδομένα προβλέπεται ότι ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ θα διαμορφωθεί σε 0,7% φέτος, ενώ προβλέπεται να επιταχυνθεί σε 2,5% ή και ελαφρώς υψηλότερα το 2015, αν ληφθεί υπόψη η πρόσφατη μείωση της τιμής του πετρελαίου στη διεθνή αγορά.

Επιπλέον, αναμένεται να συνεχιστεί η βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, με την επίτευξη πλεονάσματος περίπου 1,5% του ΑΕΠ το 2014.

Εκτιμάται επίσης ότι είναι δυνατή η υπερκάλυψη του δημοσιονομικού στόχου του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης για τρίτο συναπτό έτος, γεγονός που καταδεικνύει ότι η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών είναι διατηρήσιμη.

Ειδικότερα, για το 2015 εκτιμάται ότι «διαμορφώνονται θετικές προοπτικές», καθώς αναμένονται ενίσχυση της επενδυτικής ζήτησης και περαιτέρω αύξηση της εξαγωγικής δραστηριότητας που, όπως εκτιμάται, θα προσδώσουν μονιμότερα χαρακτηριστικά στην αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας.

Στη θετική προοπτική των επενδύσεων για το 2015 συνηγορούν και οι εξής παράγοντες: (α) η αξιοποίηση της ρευστότητας του ΕΣΠΑ και των χρηματοδοτήσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, (β) η ικανοποιητική εξέλιξη των έργων υποδομής και (γ) η επιτάχυνση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων.

Επιπλέον, η αναμενόμενη αποκατάσταση ομαλότερων συνθηκών χρηματοδότησης, μέσω της δυνατότητας των τραπεζών να αντλήσουν ρευστά διαθέσιμα με χαμηλά επιτόκια από το Ευρωσύστημα και να χρηματοδοτήσουν εξαγωγικές επιχειρήσεις με συγκριτικά πλεονεκτήματα, εκτιμάται ότι θα λειτουργήσει συμπληρωματικά προς τη σημαντική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας την τελευταία πενταετία, δίνοντας περαιτέρω ώθηση στις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών.

Επιπροσθέτως, ενθαρρυντικές ενδείξεις για την ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά τη διάρκεια του 2015 είναι η αύξηση της απασχόλησης, η βελτίωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, η βελτίωση των επιχειρηματικών προσδοκιών στο λιανικό εμπόριο και η παράλληλη επιβράδυνση του ρυθμού μείωσης της τραπεζικής χρηματοδότησης της κατανάλωσης, καθώς και η προβλεπόμενη σταθεροποίηση των αποδοχών των εργαζομένων (μικρή αύξηση σε όρους καθαρών αποδοχών).

Ωστόσο όπως αναφέρει η ΤτΕ, οι θετικές προοπτικές υπόκεινται σε εγχώριους και διεθνείς κινδύνους και αβεβαιότητες, που ενδέχεται να επιβαρύνουν το επιχειρηματικό κλίμα τους επόμενους μήνες, να καθυστερήσουν ή και να αναστείλουν την ανάπτυξη. Γι’ αυτό, προσθέτει, η οικονομική πολιτική θα πρέπει να παραμείνει επικεντρωμένη στη διατήρηση και ενδυνάμωση της τρέχουσας δυναμικής με σκοπό την οριστική έξοδο από την κρίση.

Συνεπώς, τονίζει η Τράπεζα της Ελλάδος, απαιτείται να συνεχιστεί η προσπάθεια με κύρια έμφαση στις ακόλουθες προτεραιότητες:

α. Επιτάχυνση των διαρθρωτικών αλλαγών στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, προκειμένου να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός και η καινοτομία, να αυξηθεί η ευελιξία των τιμών και να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα. Οι δράσεις αυτές θα βελτιώσουν την ελκυστικότητα της χώρας ως τόπου προορισμού άμεσων ξένων επενδύσεων και θα συμβάλουν στην επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων και στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας σε ανταγωνιστικές και βιώσιμες επιχειρήσεις…

β. Εξορθολογισμό της λειτουργίας του κράτους με έμφαση στην επιτάχυνση της διοικητικής μεταρρύθμισης, την εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης, τον περιορισμό της γραφειοκρατίας, την απλοποίηση των διαδικασιών με σκοπό τη μείωση του διοικητικού φόρτου για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, καθώς και την πάταξη των φαινομένων διαφθοράς.

γ. Ενίσχυση των ενεργητικών πολιτικών στην αγορά εργασίας με ιδιαίτερη έμφαση στην εκπαίδευση και κατάρτιση, προκειμένου να βελτιωθεί η πιθανότητα επαναπρόσληψης ατόμων που βρίσκονται στο περιθώριο της αγοράς εργασίας, όπως οι μακροχρόνια άνεργοι και οι νέοι που έχουν επηρεαστεί δραματικά από την αύξηση της ανεργίας

δ. Συνέχιση της δημοσιονομικής προσπάθειας και τα επόμενα χρόνια. Η κύρια έμφαση θα πρέπει να δοθεί στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής μέσω ενδυνάμωσης της φορολογικής διοίκησης, έτσι ώστε να διευρυνθεί η φορολογική βάση και να ενισχυθεί το αίσθημα κοινωνικής δικαιοσύνης.

Επίσης, θα πρέπει να επανεξεταστεί η σκοπιμότητα ύπαρξης εκείνων των εξαιρέσεων από τις γενικές διατάξεις άμεσης και έμμεσης φορολογίας οι οποίες δεν δικαιολογούνται με κριτήρια κοινωνικά ή/και αναπτυξιακά.

Μέριμνα θα πρέπει να ληφθεί για τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών ταμείων, ενώ και στον τομέα αυτό θα πρέπει να επανεξεταστεί το καθεστώς των ποικίλων εξαιρέσεων από τις γενικές διατάξεις.

Οι ανωτέρω παρεμβάσεις θα επιτρέψουν τη σταδιακή μείωση των συντελεστών φορολογίας εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων προκειμένου να τονωθεί η οικονομική δραστηριότητα με δημοσιονομικά ουδέτερο τρόπο.

Για το τραπεζικό σύστημα η ΤτΕ εκτιμά ότι άμεση προτεραιότητα αποτελεί η αποτελεσματική διαχείριση των δανείων σε καθυστέρηση.

Και τούτο διότι όπως διαπιστώνει η ΤτΕ «παρά την αύξηση της καταθετικής βάσης, την ισχυρή κεφαλαιακή βάση και την επανάκτηση εκ μέρους των ελληνικών τραπεζών πρόσβασης στη διατραπεζική αγορά και στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων, το τραπεζικό σύστημα συνεχίζει να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις, με κυριότερη τη δυσμενή επίδραση που ασκεί στην πιστοδοτική ικανότητα των τραπεζών η ύπαρξη μεγάλου αποθέματος προβληματικών δανείων στο ενεργητικό τους. Σε συνδυασμό με την ασθενή ζήτηση τραπεζικών πιστώσεων, τούτο έχει ως συνέπεια η πιστωτική επέκταση προς την πραγματική οικονομία να παραμένει αρνητική, γεγονός που δρα ανασταλτικά για την αναζωογόνηση της οικονομικής δραστηριότητας».

Συνεπώς, «η αποτελεσματική διαχείριση των δανείων σε καθυστέρηση αποτελεί άμεση προτεραιότητα. Ο τραπεζικός κλάδος στην Ελλάδα καλείται σήμερα να προχωρήσει σε μια πιο ενεργητική διαχείριση των προβληματικών δανείων, με σκοπό αφενός να ελαφρυνθούν οι συνεργάσιμοι δανειολήπτες που αντιμετωπίζουν προσωρινή δυσκολία στην εξυπηρέτηση των δανείων τους και αφετέρου να ανακτηθούν μακροπρόθεσμα κεφάλαια των τραπεζών που είναι δεσμευμένα σε προβληματικά δάνεια με χαμηλή πιθανότητα αποπληρωμής».

Βάσει των ανωτέρω, προσθέτει η ΤτΕ, εκτιμάται ότι θα έχει θετική επίπτωση στην κατεύθυνση του περιορισμού των προβληματικών στοιχείων στο ενεργητικό των τραπεζών η επιλογή της ενεργού διαχείρισης των δανείων σε καθυστέρηση μέσω και της αξιοποίησης από τις τράπεζες: (α) του πλαισίου εποπτικών υποχρεώσεων για τη διαχείριση των ανοιγμάτων σε καθυστέρηση και των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων που προβλέπει η Πράξη Εκτελεστικής Επιτροπής 42/30.5.2014 της Τράπεζας της Ελλάδος, αλλά και (β) από 1.1.2015, των επιλογών που προβλέπει ο Κώδικας Δεοντολογίας του N. 4224/2013.

Παράλληλα, η πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση των επιχειρηματικών δανείων σε καθυστέρηση εκτιμάται ότι παρέχει κατάλληλα κίνητρα και θα επιταχύνει την κινητοποίηση των οφειλετών και των τραπεζών με σκοπό την εξεύρεση βιώσιμων λύσεων στο πρόβλημα.

Σε κάθε περίπτωση, οι επιλογές για τη διαχείριση των δανείων σε καθυστέρηση θα πρέπει να γίνονται με τρόπο που δεν δημιουργεί κίνητρα για αθέτηση οφειλών στους δανειολήπτες που έχουν αντικειμενικά τη δυνατότητα να αποπληρώσουν, σημειώνεται.

«Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα εξέρχεται ισχυρότερο μετά την ολοκλήρωση της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων και την αξιολόγηση των ισολογισμών που πρόσφατα διενέργησε η ΕΚΤ» επισημαίνει η ΤτΕ και επαναλαμβάνει τη θέση της για στήριξη των πραγματικά βιώσιμων επιχειρήσεων.

«Στο πλαίσιο αυτό, επωφελούμενο και από την εμπειρία αναδιάταξης του τραπεζικού κλάδου, θα πρέπει να αναλάβει ενεργό ρόλο στην κλαδική αναδιάρθρωση της οικονομίας, διοχετεύοντας πιστώσεις στις πραγματικά βιώσιμες επιχειρήσεις. Δεν πρέπει να δεσμεύονται πόροι σε επιχειρήσεις που δεν έχουν καμία προοπτική επιβίωσης, καθώς με τον τρόπο αυτό αποστερούνται πόροι από υγιείς επιχειρήσεις που μπορούν να συνδράμουν στην οικονομική ανάπτυξη και την αύξηση της απασχόλησης».

«Η προσπάθεια των τραπεζών πρέπει να συνεπικουρηθεί και από βελτιώσεις στο θεσμικό πλαίσιο προκειμένου να αρθούν περιορισμοί που συνδέονται για παράδειγμα με τις (προ)πτωχευτικές διαδικασίες, τον εξωδικαστικό συμβιβασμό ή, όπως προαναφέρθηκε, εν γένει την ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης».