Μηδενική ύφεση το 2015, συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 0,7% το 2016 και ανάπτυξη 2,7% το 2017 αναμένει η Κομισιόν

Μηδενική ύφεση το 2015, συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 0,7% το 2016 και ανάπτυξη 2,7% το 2017 αναμένει για την ελληνική οικονομία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία αφήνει ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο λήψης πρόσθετων μέτρων προκειμένου να υλοποιηθούν οι στόχοι για τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την τριμηνιαία οικονομική έκθεση της Κομισιόν, η ύφεση φαίνεται ότι ήταν λιγότερο έντονη σε σχέση με τις προβλέψεις, καθώς η ανθεκτική κατανάλωση, η επιτυχής ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, η σταθερή υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων βάσει του νέου προγράμματος Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης (ESM) και η πρόοδος των ιδιωτικοποιήσεων αναμένεται ότι θα στηρίξουν την ενίσχυση της εμπιστοσύνης και θα επιφέρουν θετική ανάπτυξη και ισχυρότερα δημοσιονομικά αποτελέσματα εντός του δεύτερου εξαμήνου του 2016.

Σχετικά με το δημόσιο χρέος, η Κομισιόν εκτιμά ότι θα ενισχυθεί στο 185% του ΑΕΠ το 2016 έναντι 179% το 2015, ενώ το 2017 αναμένεται να περιοριστεί οριακά στο 181,8%.

Το δημοσιονομικό έλλειμμα εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 3,4% του ΑΕΠ το 2016 και στο 2,1% το 2017, ενώ το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να περιοριστεί στο 1,4% το 2016 και στο 0,9% το 2017.

Στο «μέτωπο» της ανεργίας, η Κομισιόν εκτιμά ότι θα υποχωρήσει στο 24% το τρέχον έτος και στο 22,8% το επόμενο έτος. Σημειώνεται ότι το 2015, το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε στο 25,1%.

Ο πληθωρισμός παράλληλα, εκτιμάται ότι θα επανέλθει σε θετικούς ρυθμούς αύξησης, καθώς το 2016 αναμένεται να ανέλθει στο 0,5% και το 2017 στο 0,8%.

Τα δημοσιονομικά μέτρα που συμφωνήθηκαν με τους θεσμούς, στο πλαίσιο του τρίτου προγράμματος, προβλέπουν εξοικονόμηση κονδυλίων έως και 2% του ΑΕΠ έως το 2017. Μόνο για το 2016, προβλέπεται εξοικονόμηση 1,1% του ΑΕΠ, μέσω των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων σε ασφαλιστικό και φορολογικό σύστημα, αλλά και του εξορθολογισμού των δαπανών. Παρ’ όλα αυτά, τη διετία 2016 – 2017 θα απαιτηθούν πρόσθετα μέτρα προκειμένου να υλοποιηθούν οι στόχοι για πρωτογενές πλεόνασμα 0,5% το 2016 και 1,75% το 2017.

Ειδική μνεία γίνεται και στο μεταναστευτικό, καθώς η Κομισιόν εκτιμά ότι η εισροή των προσφύγων επιβαρύνει δημοσιονομικά την Ελλάδα και επιβραδύνει τον ρυθμό δημοσιονομικής προσαρμογής.

Οι χειμερινές προβλέψεις της Επιτροπής δείχνουν ότι οι αναπτυξιακές προοπτικές παραμένουν αμετάβλητες. Όμως, ο κίνδυνος η ανάπτυξη να είναι χαμηλότερη από την προβλεπόμενη έχει αυξηθεί, κυρίως λόγω εξωτερικών παραγόντων.

Συγκεκριμένα, ο ρυθμός ανάπτυξης της Ευρωζώνης αναμένεται να διαμορφωθεί στο 1,7% το 2016 και στο 1,9% το 2017 έναντι 1,6% το 2015. Η οικονομική ανάπτυξη της Ε.Ε. προβλέπεται να παραμείνει σταθερή στο 1,9% το τρέχον έτος και να ανέλθει στο 2,0% το επόμενο έτος.

Ορισμένοι παράγοντες που ευνοούν την ανάπτυξη, όπως οι χαμηλές τιμές του πετρελαίου, οι ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης και η χαμηλή συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ, αναμένεται να ενισχυθούν περαιτέρω και να έχουν μεγαλύτερη διάρκεια από ό, τι είχε αρχικά προβλεφθεί. Συγχρόνως, οι κίνδυνοι που απειλούν την οικονομία εντείνονται και εμφανίζονται νέες προκλήσεις: επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης στην Κίνα και σε άλλες αναδυόμενες οικονομίες της αγοράς, μείωση του παγκόσμιου εμπορίου, καθώς και γεωπολιτική και πολιτική αβεβαιότητα.

Ο Βάλντις Ντομπρόβσκις, αντιπρόεδρος της Επιτροπής και αρμόδιος για το Ευρώ και τον Κοινωνικό Διάλογο, δήλωσε: «Η Ευρώπη συνεχίζει την πορεία ανάκαμψης και ο ρυθμός ανάπτυξης είναι, σε γενικές γραμμές, σύμφωνος με τις προβλέψεις του φθινοπώρου. Δεν πρέπει όμως να εφησυχάζουμε. Η συγκρατημένη ανάπτυξη που γνωρίζει η Ευρώπη απειλείται όλο και περισσότερο, από αρνητικούς παράγοντες: επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης των αναδυόμενων αγορών, όπως η Κίνα, μείωση του παγκόσμιου εμπορίουκαι έξαρση των γεωπολιτικών εντάσεων στις γειτονικές χώρες της Ευρώπης. Είναι σημαντικό να συνεχιστούν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που μπορούν να βοηθήσουν τις οικονομίες μας να αναπτυχθούν, να αντέξουν σε μελλοντικούς κλυδωνισμούς και να βελτιώσουν τις ευκαιρίες απασχόλησης για τους Ευρωπαίους πολίτες.»

Ο Πιερ Μοσκοβισί, Επίτροπος Οικονομικών και Δημοσιονομικών Υποθέσεων, Φορολογίας και Τελωνείων, διαμήνυσε σχετικά:

«Η ευρωπαϊκή οικονομία αντιμετωπίζει με επιτυχία νέες προκλήσεις αυτόν τον χειμώνα, χάρη στο φθηνό πετρέλαιο, την ισοτιμία του ευρώ και τα χαμηλά επιτόκια. Ωστόσο, η επιδείνωση του παγκόσμιου περιβάλλοντος συνιστά έναν κίνδυνο που απαιτεί μεγαλύτερη επαγρύπνηση από την πλευρά μας. Απομένουν ακόμη να γίνουν πολλά για να ενισχυθούν οι επενδύσεις, να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητά μας με έξυπνο τρόπο και να ολοκληρωθεί το έργο της εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών μας».

Το 2015, το οικονομικό αποτέλεσμα είτε αυξήθηκε είτε παρέμεινε σταθερό σε όλα τα κράτη – μέλη. Έως το 2017, οι οικονομίες όλων των κρατών – μελών αναμένεται να γνωρίσουν θετικό ρυθμό ανάπτυξης. Ωστόσο, τα ποσοστά αύξησης του ΑΕΠ θα εξακολουθήσουν να διαφέρουν σημαντικά λόγω τόσο των διαρθρωτικών χαρακτηριστικών όσο και των διαφορετικών θέσεων στον οικονομικό κύκλο.

Η ιδιωτική κατανάλωση αναμένεται να παραμείνει ο βασικός μοχλός ανάπτυξης κατά το τρέχον και το επόμενο έτος, υποστηριζόμενη από τη βελτίωση της αγοράς εργασίας και την αύξηση των πραγματικών διαθέσιμων εισοδημάτων. Οι επενδύσεις θα ωφεληθούν επίσης σταδιακά από την αυξανόμενη ζήτηση, τη βελτίωση των περιθωρίων κέρδους, τις ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης και τις σταδιακά χαμηλότερες πιέσεις απομόχλευσης.

Η απασχόληση αναμένεται να εξακολουθήσει να παρουσιάζει συγκρατημένη αύξηση. Προβλέπεται να συνεχιστεί η μείωση των ποσοστών ανεργίας, αν και με βραδύτερο ρυθμό από ό, τι το προηγούμενο έτος. Η μείωση θα είναι εντονότερη στα κράτη μέλη που έχουν υλοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας. Το ποσοστό ανεργίας στην Ευρωζώνη εκτιμάται ότι θα μειωθεί από 11% το 2015 σε 10,5% το 2016 και σε 10,2% το 2017. Στην ΕΕ η ανεργία θα μειωθεί από 9,5% το 2015 σε 9,0% το τρέχον έτος και σε 8,7% το επόμενο.

Το συνολικό έλλειμμα γενικής κυβέρνησης στην Ευρωζώνη αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω χάρη στην αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας και, σε μικρότερο βαθμό, στη μείωση των δαπανών για πληρωμές τόκων.
Στην Ευρωζώνη, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης εκτιμάται ότι θα έχει μειωθεί στο 2,2% του ΑΕΠ το 2015 (Ε.Ε. 2,5%) και ότι θα μειωθεί περαιτέρω στο 1,9% του ΑΕΠ το τρέχον έτος (Ε.Ε. 2,2%) και στο 1,6% του ΑΕΠ το 2017 (Ε.Ε. 1,8%). Η δημοσιονομική πολιτική της Ευρωζώνης, το τρέχον έτος, εκτιμάται ότι θα είναι ελαφρώς πιο ευνοϊκή για την οικονομική ανάκαμψη. Στην Ε.Ε., η δημοσιονομική πολιτική αναμένεται να παραμείνει σε γενικές γραμμές ουδέτερη. Ο δείκτης του χρέους προς το ΑΕΠ στην Ευρωζώνη εκτιμάται ότι θα μειωθεί από το ανώτατο επίπεδο του 94,5% που είχε φθάσει το 2014 (Ε.Ε. 88,6%), στο 91,3% το 2017 (Ε.Ε. 85,7%).

Ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ευρωζώνη ήταν μόλις λίγο πάνω από το μηδέν στο τέλος του 2015, κυρίως λόγω της νέας πτώσης των τιμών του πετρελαίου. Οι αυξήσεις των τιμών καταναλωτή στην Ευρωζώνη αναμένεται να παραμείνουν πολύ χαμηλές το πρώτο εξάμηνο του έτους και να αρχίσουν να αυξάνονται το δεύτερο εξάμηνο όταν εξαλειφθούν οι επιπτώσεις της απότομης πτώσης των τιμών του πετρελαίου. Για το 2016 συνολικά, το ετήσιο ποσοστό πληθωρισμού στην Ευρωζώνη εκτιμάται ότι θα ανέλθει μόνο στο 0,5%, εν μέρει λόγω της περιορισμένης αύξησης των μισθών. Ο πληθωρισμός αναμένεται να αυξηθεί σταδιακά και να ανέλθει στο 1,5% το 2017, καθώς οι υψηλότεροι μισθοί, η υψηλότερη εγχώρια ζήτηση και η συγκρατημένη αύξηση των τιμών του πετρελαίου θα αυξήσουν τις πιέσεις στις τιμές.
Οι εξαγωγές ανθίστανται

Λόγω της επιδείνωσης των παγκόσμιων οικονομικών προοπτικών, η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας (εκτός της ΕΕ) προβλέπεται ότι θα είναι βραδύτερη από ό, τι αναμενόταν το φθινόπωρο. Πράγματι, η παγκόσμια ανάπτυξη το 2015 έφθασε στα χαμηλότερα επίπεδα από το 2009. Ο ρυθμός αύξησης των εξαγωγών της Ευρωζώνης εκτιμάται ότι θα επιταχυνθεί το 2016, μετά την υποχώρηση που σημείωσε το δεύτερο εξάμηνο του 2015, χάρη στις καθυστερημένες επιπτώσεις της προηγούμενης υποτίμησης του ευρώ, του χαμηλότερου μοναδιαίου κόστους εργασίας και της σταδιακής αύξησης της εξωτερικής ζήτησης.

Οι οικονομικές προοπτικές εξακολουθούν να είναι εξαιρετικά αβέβαιες και οι γενικότεροι κίνδυνοι αυξάνονται: επιβράδυνση της ανάπτυξης των αναδυόμενων αγορών, άτακτη προσαρμογή στην Κίνα και πιθανότητα περαιτέρω αύξησης των επιτοκίων στις Ηνωμένες Πολιτείες, κάτι που θα μπορούσε να προκαλέσει διαταραχές στις χρηματοπιστωτικές αγορές ή να πλήξει τις ευάλωτες αναδυόμενες οικονομίες και, συνεπώς, να επηρεάσει αρνητικά τις προοπτικές. Μια νέα πτώση των τιμών του πετρελαίου θα ήταν επίσης δυνατόν να έχει αρνητικές επιπτώσεις στις πετρελαιοεξαγωγικές χώρες και να μειώσει τη ζήτηση για τις εξαγωγές της ΕΕ. Κίνδυνοι από το εσωτερικό της ΕΕ θα μπορούσαν επίσης να έχουν επιπτώσεις στο κλίμα εμπιστοσύνης και στις επενδύσεις. Από την άλλη πλευρά, ο συνδυασμός των σημερινών ευνοϊκών παραγόντων θα μπορούσε να δημιουργήσει μεγαλύτερη δυναμική από την αναμενόμενη, εάν ανακάμψουν οι επενδύσεις.