Σειρά προτάσεων επί του προσχεδίου για το ασφαλιστικό κατέθεσε η ΓΣΕΒΕΕ

Σειρά προτάσεων επί του προσχεδίου για το νέο ασφαλιστικό κατέθεσε η ΓΣΕΒΕΕ εν όψει της συνάντησης των στελεχών των κοινωνικών φορέων ΣΕΒ, ΓΣΕΒΕΕ, ΣΕΤΕ, ΕΣΕΕ και εκπροσώπων της κυβέρνησης στις αρχές της ερχόμενης εβδομάδας.

Στη συνάντηση θα συζητηθούν οι πτυχές του ασφαλιστικού νομοσχεδίου, πέραν της προσωρινής αύξησης των εργοδοτικών εισφορών κατά 1% «το οποίο είναι και το μόνο σε ό,τι αφορά στο ασφαλιστικό που συμφωνήθηκε στη σύσκεψη υπό τον Πρωθυπουργό που έγινε την περασμένη Πέμπτη στο Μέγαρο Μαξίμου» σημειώνει η ΓΣΕΒΕΕ.

Όπως επισημαίνει οι βελτιώσεις που προτείνει αποτελούν αναγκαίους όρους και χωρίς αυτές τις ουσιαστικές παραμετροποιήσεις, «η γενναία αποδοχή εκ μέρους των εργοδοτικών ενώσεων της οριακής αύξησης των ασφαλιστικών εισφορών θα αποτελεί ακόμη μια θυσία της εγχώριας επιχειρηματικότητας που θα πέσει στο κενό».

Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει και από τα παραδείγματα που καταγράφονται στο παράρτημα:

Τα καθαρά φορολογητέα εισοδήματα άνω των 15,000-20,000€ (ανάλογα με την ασφαλιστική κλάση στην οποία ανήκουν) υφίστανται σημαντικές επιβαρύνσεις ως προς το σύνολο των ετήσιων εισφορών που καλούνται να πληρώσουν. Κρίνεται ότι θα πρέπει να υπάρξει ενδεχομένως μια φθίνουσα κλιμάκωση για αυτά τα εισοδήματα ώστε να μη δημιουργούνται αντικίνητρα ασφάλισης και δήλωσης πραγματικών εισοδημάτων. Το πλαφόν που υπολογίζεται στο 10πλάσιο του κατώτατου μισθού είναι όχι μόνο αυθαίρετα υψηλό αλλά και καταστροφικό για τις επιχειρήσεις και πρέπει να αναπροσαρμοστεί.
ΓΣΕΒΕΕ

Παραδείγματα ασφαλισμένων στον ΟΑΕΕ

Η διατήρηση της αναλογικής χρέωσης στις εισφορές υγείας (6,95% με πολύ υψηλό ανώτερο πλαφόν), δημιουργεί σημαντικά κίνητρα φοροαποφυγής και εισφοροαποφυγής. Ειδικότερα για τις εισφορές υγείας, είναι αδιανόητο να επιβαρύνονται οι επαγγελματίες με μικρομεσαία και υψηλά εισοδήματα, με χρεώσεις οι οποίες ανέρχονται έως και 4,888 ετησίως. Το υπουργείο θα πρέπει να επανεξετάσει το συντελεστή και να ορίσει ρητά το ανώτατο πλαφόν.

Η εξαγγελία περί ρύθμισης και κατανομής των ασφαλιστικών οφειλών όσων εργάζονται με μπλοκάκι, προσκρούει σε σημαντικές τεχνικές δυσκολίες, νομικές ρυθμίσεις αλλά και διαπραγματευτικές διευθετήσεις. Σήμερα, γνωρίζουμε ότι η δαπάνη και αμοιβή «εξωτερικών» συνεργατών γίνεται με βάση ένα προϋπολογισθέν κόστος, το οποίο θα επιβαρύνει τον τελικό ανάδοχο, ανεξάρτητα την κατανομή σε εργοδότη/ εργαζόμενο. Η εξαγγελία αυτή θα προσθέσει σημαντικό διοικητικό και γραφειοκρατικό βάρος. Μάλιστα, στις περιπτώσεις ταυτόχρονης διατήρησης ιδιότητας μισθωτού και επαγγελματία, η καταβολή διπλών εισφορών λειτουργεί ως αντικίνητρο εργασίας και ανάληψης επιχειρηματικής δραστηριότητας (ίσως θα πρέπει να εξεταστεί η περίπτωση συνυπολογισμού στον εργασιακό βίο των επιπρόσθετων ενσήμων από πλεονάζουσες εισφορές).

Θεωρούμε δεδομένο ότι οι ασφαλιστικές εισφορές θα εκπίπτουν από το φορολογητέο εισόδημα. Τούτο θα πρέπει όμως να αναφέρεται ρητά στο νέο φορολογικό σχέδιο. Σε αυτήν την εκδοχή, βάση υπολογισμού θα θεωρείται το προηγούμενο έτος, διότι αλλιώς προκύπτουν θέματα κυκλικότητας υπολογισμών. Παραμένει ασαφές αν θα υπάρχει ασφαλιστική εκκαθάριση στο τέλος του φορολογικού/ ασφαλιστικού έτους.

Εκτιμούμε ότι η έννοια και η εφαρμογή του τεκμαρτού εισοδήματος δεν έχει πλέον καμιά νομιμοποιητική βάση στο νέο φορολογικό λόγω των αναλογικών και προοδευτικών επιβαρύνσεων στις ασφαλιστικές και φορολογικές κλίμακες. Θεωρούμε δεδομένο ότι ο επιτηδευματίας με ζημίες ή πολύ χαμηλά κέρδη θα βρίσκεται στην ελάσσονα κατηγορία ασφάλισης για σύνταξη και υγεία, δίχως να υπολογίζεται ένα τεκμαρτό επίπεδο διαβίωσης, το οποίο καλύπτεται από τις παρελθούσες αποταμιεύσεις. Άλλωστε, η ύπαρξη τεκμαρτού υπολογισμού εισοδημάτων παράλληλα με την εφαρμογή του περιουσιολογίου και άλλων έμμεσων μορφών ελέγχου συνιστά αναχρονισμό.