Σε πωλήσεις δανείων της τάξεως των 5,5 δις. ευρώ μάξιμουμ θα προχωρήσουν οι τράπεζες την τριετία 2017 – 2019

Σε πωλήσεις δανείων της τάξεως των 5,5 δις. ευρώ μάξιμουμ, θα προχωρήσουν οι τράπεζες την τριετία 2017 – 2019, βαδίζοντας σε συνάρτηση με το ρυθμό ανάκαμψης της Οικονομίας και τεστάροντας τις επιδόσεις των ξένων funds.

Αναλογικά με τον τεράστιο όγκο των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων των τραπεζών και τον φιλόδοξο στόχο για μείωσή τους μέχρι το 2019, οι πωλήσεις δανείων σε funds θα χρησιμοποιηθούν επικουρικά από τις τράπεζες, ενώ θα ενταθεί η διαχείρισή τους μέσω ρυθμίσεων. Έτσι ουσιαστικά προκύπτει ότι ο απόλυτος κριτής της επιτυχίας του εγχειρήματος της μείωσης των “κόκκινων” δανείων θα είναι η ανάκαμψη της Οικονομίας.

Μιλώντας χθες στη συνεδρίαση της Διαρκούς Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, με θέμα ημερήσιας διάταξης: “Συζήτηση επί της Έκθεσης της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2015-2016”, ο διοικητής της ΤτΕ Γ. Στουρνάρας ανέφερε ότι ο στόχος για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες μέχρι το 2019 είναι να έχουν μειώσει τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματά τους κατά 40% ή 41 δισ. ευρώ.

Στα τέλη του α΄ τριμήνου 2016, ο δείκτης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων των τραπεζών έφτασε στο 45% και σε απόλυτα μεγέθη τα 108,6 δισ. ευρώ. Πρόκειται για το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη (μετά την Κύπρο).

Πάντως, παρά το μέγεθος του προβλήματος, η κεφαλαιακή βάση του τραπεζικού συστήματος παραμένει ισχυρή, αφού οι προβλέψεις που έχουν σχηματίσει έναντι επισφαλών ανοιγμάτων οι τράπεζες φθάνουν στο 50%. Αν δε προστεθεί και η αξία των εξασφαλίσεων, τότε η συνολική κάλυψη έναντι κινδύνων φθάνει στο 101%, ποσοστό που είναι από τα υψηλότερα στην Ε.Ε.

Σημειώνεται ότι στον τομέα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων ανέρχεται σε 67%, στον τομέα των στεγαστικών δανείων στο 42% και στον τομέα των καταναλωτικών στο 55%.

Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα, σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα, δεν έχουν ακόμα σταθεροποιηθεί και συνεχίζουν να αυξάνονται, ακολουθώντας αντίστροφη πορεία σε σχέση με τη μεταβολή του ΑΕΠ της χώρας. Στο πρώτο τρίμηνο του 2016 τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα αυξήθηκαν κατά 600 εκατ. ευρώ, αν και εμφανίζεται μια τάση επιβράδυνσης, αφού η αύξηση στο 12μηνο του 2015 ξεπέρασε τα 4 δισ. ευρώ.

Το γεγονός ότι ακόμη δεν έχει σταθεροποιηθεί η Οικονομία και δεν έχουν μπορέσει να σταθεροποιηθούν αντιστοίχως τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα, αποτρέπει τις τράπεζες να θέσουν ως κύρια στρατηγική τους για τη μείωση των NPEs τις πωλήσεις δανείων, δεδομένου ότι τα προσφερόμενα “συμβολικά” τιμήματα από τα funds, θα κατέληγαν σε μεγάλες ζημίες για τις ίδιες.

Στο πλαίσιο αυτό, κύριο “εργαλείο” για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων θα παραμείνουν οι ρυθμίσεις και αναδιαρθρώσεις οφειλών.

Σύμφωνα με τον διοικητή της ΤτΕ, μόλις το 5% των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων θα πωληθεί, ενώ θα ρευστοποιηθούν εξασφαλίσεις για μη εξυπηρετούμενες πιστοδοτήσεις που δεν ξεπερνούν το 7% του συνόλου.

Οι βασικές προτεραιότητες που προωθεί η ΤτΕ κατά την αξιολόγηση και έγκριση των στρατηγικών που υποβάλουν οι τράπεζες για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων τους είναι:

– H παροχή μακροπρόθεσμα βιώσιμων λύσεων ή λύσεων οριστικής διευθέτησης.

– Η συντονισμένη αντιμετώπιση κοινών πιστούχων με καθυστερούμενες οφειλές σε περισσότερες τράπεζες.

– Η αναδιάρθρωση των υπερχρεωμένων βιώσιμων επιχειρήσεων με νέο επιχειρηματικό σχεδιασμό και, αν χρειαστεί, νέα διοίκηση παράλληλα με την αναδιάρθρωση του δανείου.

– Η ενεργητική αξιοποίηση του υπάρχοντος επιπέδου προβλέψεων και εξασφαλίσεων για την οριστική ελάφρυνση του ισολογισμού των τραπεζών από προβληματικά στοιχεία.

– Η ανάπτυξη εντός των τραπεζών νέων μεθόδων οργάνωσης και διαδικασιών, για την αντικειμενική και διαφανή επιλογή λύσεων ρύθμισης οφειλών.

Σημειώνεται ότι στα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα περιλαμβάνονται και ανοίγματα που είναι μεν ενήμερα ή εμφανίζουν κατά την ημερομηνία αναφοράς καθυστέρηση μικρότερη των 90 ημερών, αλλά υπάρχουν ενδείξεις ότι ο οφειλέτης ενδέχεται τελικά να μη μπορέσει να εκπληρώσει πλήρως τις δανειακές υποχρεώσεις του χωρίς τη ρευστοποίηση των σχετιζόμενων εξασφαλίσεων.