Σ. Αναγνωστοπούλου: Το υπό σύσταση Ελληνογερμανικό Ίδρυμα Νεολαίας να μην υποκαταστήσει την ανοιχτή συζήτηση για το παρελθόν των δύο χωρών

Την ανάγκη το υπό σύσταση Ελληνογερμανικό Ίδρυμα Νεολαίας να μην υποκαταστήσει την ανοιχτή συζήτηση για το παρελθόν των δύο χωρών ανέδειξε η αναπληρώτρια υπουργός Παιδείας, Σία Αναγνωστοπούλου, κατά τη συνάντησή της με την υφυπουργό Οικογένειας, Τρίτης Ηλικίας, Γυναικών και Νεολαίας της Γερμανίας, Κάρεν Μαρκς, στο Βερολίνο.

Η κ. Αναγνωστοπούλου τόνισε ότι το σχέδιο που παρουσίασε στην ελληνική κυβέρνηση ο Γερμανός υφυπουργός Εξωτερικών, Μίχαελ Ροτ ,κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Αθήνα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, καθώς αφορά την δημιουργία ενός διακυβερνητικού διεθνούς οργανισμού στα πρότυπα των Ιδρυμάτων της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Πολωνίας και δεν αποτελεί προϊόν συνεννόησης.

«Δεν θα δεχθούμε έτοιμο θεσμικό πλαίσιο, αλλά θα προχωρήσουμε βήμα – βήμα, από κάτω προς τα πάνω, προκειμένου να δημιουργήσουμε ένα Ίδρυμα που θα ανταποκρίνεται στις δικές μας ανάγκες», δήλωσε και διευκρίνισε ότι με την Γαλλία και την Πολωνία τα Ιδρύματα της Γερμανίας δημιουργήθηκαν αφού είχαν κλείσει τα διμερή θέματα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και είχαν διευθετηθεί τα θέματα των αποζημιώσεων.

«Για την Ελλάδα το θέμα των αποζημιώσεων παραμένει ανοιχτό», τόνισε η αναπληρώτρια υπουργός και εξήγησε ότι το Ελληνογερμανικό Ίδρυμα Νεολαίας δεν θα πρέπει να υποκαταστήσει τη γραφή της Ιστορίας, αλλά να οργανώσει και να στηρίξει ανταλλαγές σχολικές, εξωσχολικές, επαγγελματικές, επιχειρηματικές κλπ. «Όσο η Ελλάδα απουσιάζει από την δημόσια συζήτηση για την Ιστορία, οι επισκέψεις στους μαρτυρικούς τόπους δεν έχουν νόημα», επισήμανε η υπουργός.

Αναφερόμενη στην αντίδραση της γερμανικής πλευράς, η κ. Αναγνωστοπούλου σημείωσε ότι αν και αρχικά εξεπλάγη, στην συνέχεια εξέφρασε την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι από την πλευρά της Αθήνας διατυπώνεται η πρόθεση να πραγματοποιηθεί συστηματική και σοβαρή προετοιμασία για το Ίδρυμα. Συμφωνήθηκε δε η αποστολή τεχνικών κλιμακίων στην Γερμανία την άνοιξη, προκειμένου να μελετηθούν τα πρότυπα των άλλων Ιδρυμάτων, οι πιθανές δράσεις, αλλά και η εξέταση των οικονομικών παραμέτρων.

Η ελληνική πλευρά ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για θέματα Δημοκρατίας, πολυπολιτισμικότητας, προσφυγικών ροών και της δημιουργικής προβολής τους στο μέλλον, με σημείο αναφοράς πάντα τις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας, κατέληξε η κ. Αναγνωστοπούλου.