Της απόφασης για τη δημιουργία των κέντρων ταυτοποίησης προσφύγων στα νησιά του Αιγαίου υπεραμύνθηκε ο πρωθυπουργός

Της απόφασης για τη δημιουργία των κέντρων ταυτοποίησης προσφύγων στα νησιά του Αιγαίου υπεραμύνθηκε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση του προέδρου της Ένωσης Κεντρώων Βασίλη Λεβέντη.

«Η επιλογή του τόπου εγκατάστασης των κέντρων ταυτοποίησης επιβλήθηκε από την ίδια την πραγματικότητα και τη γεωγραφία» είπε, υπογραμμίζοντας πως το προσφυγικό δεν προσφέρεται για μικροκομματικές σκοπιμότητες.

«Βιώνουμε μια τεράστια κρίση και αυτή η μετακίνηση πληθυσμών, η μεγαλύτερη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, περνά από τη χώρα μας. Προσπαθούμε να διαχειριστούμε το θέμα με έγνοια για τους πολίτες, με έγνοια για τους πρόσφυγες, χωρίς να ενδώσουμε στον βάρβαρο λαϊκισμό της βίας των φραχτών και των παράνομων επαναπροωθήσεων» τόνισε, σημειώνοντας πως η κυβέρνηση θα επιμείνει στην «πολιτική του ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης όσο και αν είναι δύσκολο στις ημέρες μας».

«Είναι ηθική και νομική υποχρέωση της χώρας. Ελπίζω σε αυτή την προσπάθεια θα έχουμε δίπλα μας όλες τις πτέρυγες του Κοινοβουλίου, πλην της Χρυσής Αυγής» επισήμανε ο Αλ.Τσίπρας, ζητώντας να μην αναπαράγεται η ατζέντα της ακροδεξιάς.

Αναφερόμενος στα κέντρα ταυτοποίησης (hot spot), ο πρωθυπουργός είπε ότι η επιλογή των νησιών «επιβλήθηκε από την πραγματικότητα και τη γεωγραφία, και όχι γιατί μας το επέβαλαν από την Ευρώπη».

«Αν δεν γίνει κέντρο ταυτοποίησης στην Κω, θα είναι θετικό αυτό για το νησί;» διερωτήθηκε ο Αλ.Τσίπρας, υπενθυμίζοντας τις εικόνες που έκαναν τον γύρο του κόσμου το καλοκαίρι, όταν καθημερινά έφταναν στο νησί χιλιάδες πρόσφυγες, χωρίς να υπάρχουν οι υποδομές για την ταυτοποίηση και προσωρινή διαμονή τους.

Ο πρωθυπουργός κάλεσε όσους αντιδρούν στη δημιουργία του κέντρου ταυτοποίησης στην Κω να καταθέσουν εναλλακτική πρόταση, επισημαίνοντας πως στη σύσκεψη που έγινε στο Μέγαρο Μαξίμου με τη συμμετοχή των δημάρχων της Κω, της Λέρου, της Σάμου, της Χίου και της Λέσβου, καθώς και των μητροπολιτών των συγκεκριμένων νησιών, δεν εκφράστηκαν αντιδράσεις.

Παράλληλα, χαρακτήρισε αναληθή τα δημοσιεύματα περί αποπομπής της χώρας από τη συνθήκη Σένγκεν και έκανε λόγο για ακραίους κύκλους στην Ευρώπη που αναπαράγουν απειλές, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα.

Ανταποκρινόμαστε σε αυτή την κρίση με υπεράνθρωπες προσπάθειες, συνέχισε ο πρωθυπουργός, επισημαίνοντας ότι η χώρα είναι συνεπής στις δεσμεύσεις και υποχρεώσεις της, αλλά την ίδια συνέπεια θα πρέπει να δείξουν και οι άλλες χώρες.

Όσον αφορά στην Ειδομένη, ο Αλ.Τσίπρας είπε ότι η κυβέρνηση απέδειξε στην πράξη ότι «ακόμη και στα δύσκολα υπάρχει τρόπος να οργανώνουμε επιχειρήσεις της Αστυνομίας χωρίς ‘να ανοίγει μύτη’» και τη στιγμή που ορισμένοι έλεγαν «δείτε τώρα πως δέρνει η Αριστερά».

«Πρέπει να δούμε πως θα αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα από τη στιγμή που χώρες αποφασίζουν να κλείσουν τα σύνορα σε πρόσφυγες και μάλιστα παρανόμως» συνέχισε, διαμηνύοντας πως «η χώρα δεν πρόκειται να μετατραπεί σε αποθήκη» ανθρώπων.

Στη δευτερολογία του, ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι «πρέπει να κατανοήσουμε όλοι ότι διεθνής μας υποχρέωση, και σε ό,τι αφορά στη συνθήκη Σένγκεν και όσον αφορά στη διεθνή υποχρέωση για να συμβάλουμε αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, είναι η καταγραφή και η ταυτοποίηση» των προσφύγων που φτάνουν στη χώρα να γίνεται στο σημείο εισόδου.

Ο πρωθυπουργός εξήρε το έργο των ανθρώπων του Λιμενικού και της Αστυνομίας, σημειώνοντας ότι χάρη στις υπεράνθρωπες προσπάθειές τους δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος που να μην ταυτοποιείται.

«Η Ελλάδα είναι το τελευταίο οχυρό σταθερότητας σε μια αποσταθεροποιημένη περιοχή» υπογράμμισε, ενώ ειδικά για το θέμα της FRONTEX ο πρωθυπουργός είπε ότι ζητήθηκε η ενίσχυσή της κατά 1.600 στελέχη, αλλά ήλθαν μόνο 200 άτομα.

«Έχω την εντύπωση ότι και στο προσφυγικό η κυβέρνηση προχειρολογεί και αυτό θα κοστίσει» ανέφερε από την πλευρά του ο Βασ.Λεβέντης, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι δεν έχει συγκεκριμένο σχέδιο αντιμετώπισης των προσφυγικών ροών και πως υποχώρησε στις πιέσεις από το εξωτερικό για την εγκατάσταση προσφύγων, χωρίς να έχει εξασφαλιστεί η αναλογική κατανομή σε άλλες χώρες της Ευρώπης.