Όλγ. Γεροβασίλη: Η ηγεσία της ΝΔ δεν στηρίζει τον εθνικό στόχο κλεισίματος της αξιολόγησης

Σφοδρή κριτική στη Νέα Δημοκρατία ασκεί η κυβερνητική εκπρόσωπος Όλγα Γεροβασίλη σε συνέντευξή της στην εφημερίδα «Εποχή». «Το κόμμα του κ. Μητσοτάκη χάνει το στοίχημα της ‘αριστερής παρένθεσης’» επισημαίνει η κ. Γεροβασίλη, υποστηρίζοντας ότι η αξιωματική αντιπολίτευση «βρίσκεται σε πανικό».

Ειδικότερα, τονίζει ότι η ηγεσία της Ν.Δ. δεν στηρίζει τον εθνικό στόχο κλεισίματος της αξιολόγησης, αλλά αντίθετα προχωρά σε «συνεχείς παραινέσεις προς τον πρωθυπουργό να συμφωνήσει σε ό,τι του προτείνουν οι δανειστές». Της καταλογίζει ότι «ακόμη βλέπει ανοιχτό το σενάριο της ‘αριστερής παρένθεσης’, το φαντάζεται, το συντηρεί, το οργανώνει, το προπαγανδίζει» και προσθέτει ότι ο λαός «βλέπει πόσο ενθουσιωδώς και τώρα συντάσσονται με το ΔΝΤ, κρύβοντας μάλιστα ότι τυχόν συμφωνία με τις αυθαίρετες απαιτήσεις του Ταμείου θα μεταφραζόταν σε μέτρα ύψους πάνω από οκτώ δισεκατομμύρια». Δηλώνει βαθιά πεισμένη «πως η (νεοφιλελεύθερη) πολιτική πρόταση της σημερινής Ν.Δ. δεν έχει να προσφέρει κάτι ευνοϊκό στον λαό μας, παρά μόνο εμπέδωση των πιο αντικοινωνικών και άδικων πολιτικών».

Απαντώντας στις αιτιάσεις της Ν.Δ. για αναποτελεσματικότητα της κυβέρνησης, η κυβερνητική εκπρόσωπος τονίζει ότι παρά τις δυσκολίες που προκαλεί το πρόγραμμα του καλοκαιριού, η κυβέρνηση έφερε σε πολύ σύντομο χρόνο μεγάλα μεταρρυθμιστικά νομοσχέδια, καλύπτοντας προεκλογικές δεσμεύσεις πέρα από τη συμφωνία.

«Η αλήθεια είναι ότι τους ενοχλεί ακριβώς επειδή κυβερνούμε. Τους ενοχλεί που οι λίστες ελέγχονται κι οι συνεργάτες και πολιτικοί φίλοι τους ήδη καταβάλουν εκατομμύρια στα δημόσια ταμεία. Ότι κόβονται οι ρίζες της διαπλοκής που τους στήριζε στην εξουσία. Τους ενοχλεί ότι η διακυβέρνηση βρίσκεται σε κατεύθυνση που να εκπέμπει ηθικό, οικονομικό και ταξικό χαρακτήρα, πολιτικό σχέδιο υπέρ των αδυνάμων» υπογραμμίζει.

«Η Ν.Δ. βρίσκεται σε πανικό και είναι εμφανής ο εκνευρισμός της, ακριβώς γιατί γκρεμίζεται το σάπιο σύστημα διαπλοκής του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα», προσθέτει.

Για την αξιολόγηση αναφέρει ότι οι δηλώσεις των εκπροσώπων της Ε.Ε. και των θεσμών συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι η αξιολόγηση πρέπει να κλείσει γρήγορα και θα κλείσει, και ότι «επιβεβαιώνουν την επίτευξη των στόχων από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης και καλούν σε πιστή τήρηση των όρων της συμφωνίας του Ιουλίου».

«Το σημαντικό είναι ότι εμείς έχουμε κάνει όλα όσα δεσμευτήκαμε και η όποια εκκρεμότητα παραμένει είναι μεταξύ της ευρωπαϊκής πλευράς και του ΔΝΤ» επισημαίνει, παραπέμποντας ως προς αυτό και σε σχετικές δηλώσεις του αντιπροέδρου της Κομισιόν, Βάλντις Ντομπρόβσκις, ο οποίος κατέληξε ότι «οι διαφορές μπορούν εύκολα να γεφυρωθούν». Διαφορές, όπως πρόσθεσε η κ. Γεροβασίλη, «που φαίνεται να γεφυρώνονται και στο εξίσου σημαντικό ζήτημα της ελάφρυνσης του χρέους, μία συζήτηση για την οποία έχουν δεσμευτεί όλα τα μέρη ότι θα ανοίξει αμέσως μετά την αξιολόγηση».

Σχετικά με την προαναγγελία κατάθεσης του ασφαλιστικού και του φορολογικού νομοσχεδίου, η κυβερνητική εκπρόσωπος αποκρούει κατηγορίες της αξιωματικής αντιπολίτευσης περί κίνησης εντυπωσιασμού και της αντιπολίτευσης περί «κίνησης υψηλού ρίσκου». Όπως σημειώνει, όποιος θεωρεί ως τέτοιες τη νομοθετική πρωτοβουλία μίας εκλεγμένης κυβέρνησης, «αντιλαμβάνεται τη διαπραγμάτευση ως προδιαγεγραμμένη ήττα, την ελληνική κυβέρνηση ως εθελόδουλη, το ελληνικό κοινοβούλιο ως νομιμοποιητικό όργανο άνωθεν εντολών και την επιτροπεία του μνημονίου ως αέναα αναπόδραστη πραγματικότητα».

Αναφέρει ακόμη πως το γεγονός ότι τα δύο νομοσχέδια προγραμματίστηκε να κατατεθούν όχι με διαδικασία “επείγοντος”, «πρακτικά αποτελεί ταυτόχρονα μήνυμα ετοιμότητας και σεβασμού της κοινοβουλευτικής διαδικασίας» και προσθέτει πως η κατηγορία της «μονομερούς ενέργειας» θα ευσταθούσε «αν τα σχέδια νόμου περιλάμβαναν κάτι άλλο από όσα έχουμε ως τώρα συμφωνήσει με τους θεσμούς».

Σε ερώτημα για το ΔΝΤ και τη θέση των ευρωπαϊκών χωρών ότι απαιτείται η συμμετοχή του στο ελληνικό πρόγραμμα, η κ. Γεροβασίλη επισημαίνει ότι είναι γνωστές οι ιδεολογικές διαφορές που έχει η κυβέρνηση με τον ρόλο του Ταμείου και εν γένει τη “στεγνή προσέγγιση” του που προτάσσει την οικονομία των αριθμών αντί αυτής των αναγκών. Ωστόσο, τονίζει, «οφείλουμε να μη στρουθοκαμηλίζουμε για την ύπαρξη και το ρόλο του» προσθέτοντας ότι «αποτελεί μέρος της συμφωνίας και πρόθεση των Ευρωπαίων εταίρων μας να συμμετέχει στο πρόγραμμα». «Σε αυτά τα πλαίσια είναι συνομιλητής μας στη διαπραγμάτευση κι επιδιώκουμε την ευνοϊκότερη για τη χώρα μας και την Ε.Ε. συμμετοχή του στην ανάκαμψη της οικονομίας μας», καταλήγει.