Die Zeit: Τα ερωτήματα που θέτει ο Αλ. Τσίπρας για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας είναι τα σωστά

Τα ερωτήματα που θέτει ο Αλέξης Τσίπρας για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας είναι τα σωστά, σημειώνει, σε άρθρο του στη γερμανική εφημερίδα Die Zeit, ο αρθρογράφος Άξελ Χάνσεν.

Ο Γερμανός αρθρογράφος σημειώνει ότι η γερμανική κυβέρνηση, ειδικότερα η καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ και ο υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε εμφανίζονται άλλοτε να αντιμετωπίζουν μία ενδεχόμενη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις ελληνικές βουλευτικές εκλογές «χαλαρά», ενώ άλλοτε δείχνουν να φοβούνται τον οικονομικό κίνδυνο από μια τέτοια εξέλιξη για την ζώνη του ευρώ.

«Ο ηγέτης του κόμματος της Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ) δαιμονοποιήθηκε ή απλώς αγνοήθηκε από Βερολίνο και Βρυξέλλες λόγω των ριζοσπαστικά αιτημάτων που προέβαλλε για κούρεμα του χρέους της Ελλάδας και τέλος των μέτρων λιτότητας», αναφέρει ο κ. Χάνσεν.

Στην πραγματικότητα, σημειώνεται στο άρθρο, «ο Αλ. Τσίπρας θα μπορούσε να συμβάλει πολύ περισσότερο στην επίλυση της ελληνικής τραγωδίας, όπως πολλοί στην ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ είναι πλέον πρόθυμοι να παραδεχτούν».

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, σύμφωνα με τον κ. Χάνσεν, πρώτον, δεν προέρχεται από το παραδοσιακό πολιτικό προσωπικό της Ελλάδας, το οποίο και «αδυνατεί να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις, λόγω των πελατειακών του εξαρτήσεων», αλλά και δυσκολεύεται να εξασφαλίσει μια δίκαιη και αποτελεσματική λειτουργία των φορολογικών μηχανισμών.

Δεύτερον, ο αρχηγός της ελληνικής αξιωματικής αντιπολίτευσης πιστεύει και διακηρύσσει ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη λιτότητα, κάτι που, σύμφωνα με τον Γερμανό αρθρογράφο, είναι κοινός τόπος σχεδόν για όλους τους μεγάλους οικονομολόγους.

Τρίτον, η θέση του Αλέξη Τσίπρα ότι το ελληνικό χρέος είναι μη βιώσιμο, «ανεξάρτητα από το αν είναι ηθικά σωστό έναντι των πιστωτών», έχει βάση στο βαθμό που η ελληνική οικονομία δεν αναπτύσσεται.

Το χρέος θα μπορούσε να παραμείνει τυπικά ακέραιο, καταλήγει ο κ. Χάνσεν, ωστόσο η αποπληρωμή του θα μπορούσε να συνδεθεί με την οικονομική ανάπτυξη. «Εάν η οικονομία δεν αναπτύσσεται, θα αναστέλλονται ή θα είναι πολύ μειωμένες οι καταβολές τόκων. Η ανάκαμψη της οικονομίας θα αυξάνει ανάλογα και τα επιτόκια».